Monday, January 30, 2017




ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ


ΜΕΡΟΣ 2ο

εισήγηση του Τάσου Μπίρη 
σε παλαιότερη ημερίδα

Γιώργος Κονταξάκης, Παιδαγωγική Σχολή ΑΠΘ

Από την επισκεψιμότητα, τα τηλέφωνα και τις προσωπικές συζητήσεις φαίνεται ότι η προηγούμενη ανάρτηση του κειμένου της Μάρως Αδάμη και του δικού μου σχολίου για την κριτική για το αρχιτεκτονικό έργο, είχε θετική απήχηση. Με την εντύπωση ότι αυτό το εξαιρετικά ακανθώδες θέμα δεν είχε αντιμετωπιστεί συστηματικά στο παρελθόν, πληροφορήθηκα από τον Τάσο Μπίρη ότι το 2010 στις 21 Μαϊου πραγματοποιήθηκε στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη με οργανωτή την Κοσμητεία της Πολυτεχνικής Σχολής Α.Π.Θ.) σχετική ημερίδα. Ανάμεσα στους εισηγητές ήταν ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης, ο Πάνος Τζώνος και ο Τάσος Μπίρης που ευγενικά μου παραχώρησε το κείμενό του. Είναι γνωστό, όπως επεσήμανα και στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι ο Μπίρης έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς σειρά άρθρων κριτικής σε εφημερίδες και περιοδικά.

Βασίλης Θ. Τριανταφύλλου, Μονοκατοικία στην Καρδίτσα, 2006

Με στόχο να αναπτυχθεί ένας διάλογος για το σημαντικό αυτό θέμα, παραθέτω στην συνέχεια το κείμενο αυτό όπου ο Μπίρης σημειώνει μεταξύ άλλων ότι «...πρέπει να σπάσει ο κύκλος της σιωπής...» και ότι «...έχει ιδιαίτερη σημασία ο κριτικός λόγος των δασκάλων της αρχιτεκτονικής που πρέπει να αποτελεί ουσιώδες μέρος της πανεπιστημιακής αρχιτεκτονικής διδασκαλίας...» Με δεδομένο «...ότι η αρχιτεκτονική δεν είναι ανεξέλεγκτο παιχνίδι ικανοποίησης προσωπικών τους (των σπουδαστών)  νευρώσεων αλλά επιστήμη και τέχνη με ισχυρό κοινωνικό έρεισμα...» ο Μπίρης επισημαίνει για την ομάδα του ότι «...κριθήκαμε και κρινόμαστε συνεχώς και δημοσίως για το έργο μας. Ζήσαμε (και ζούμε) έτσι στιγμές ευχάριστες, αλλά και πολύ δυσάρεστες. Τις θεωρούμε όμως όλες αναπόσπαστο κομμάτι της αρχιτεκτονικής διαδικασίας...» και καταλήγει ότι «...η ουσιώδης αρχιτεκτονική κριτική μπορεί να βοηθά -όπως επανειλημμένα έχει κάνει- την αρχιτεκτονική να βρει νέους δρόμους και νέους κόσμους που η κοινή αντίληψη αρχικά απορρίπτει ή δεν κατανοεί...»

Με την πεποίθηση ότι ο γόνιμος αυτός διάλογος θα συνεχιστεί, διαβάστε στην συνέχεια το πλήρες κείμενο της εισήγησης.



ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ *

Μια αδιευκρίνιστη φάση της αρχιτεκτονικής διαδικασίας

Του Τάσου Μπίρη


(Εισήγηση σε ημερίδα για την αρχιτεκτονική κριτική στο “Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης”. Θεσσαλονίκη 21/05/2010. Οργανωτής: Κοσμητεία Πολυτεχνικής Σχολής Α.Π.Θ.)


«Αρχιτεκτονικής Βάσανα». Άρθρο στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», 10/07/2011
Κριτική για την αναμόρφωση του κτιρίου της Εθνικής Πινακοθήκης.

Παρατηρώ γενικότερες μεταλλάξεις στον τρόπο που πια ομιλούμε και -κυρίως- συνομιλούμε για τα κοινά. Από τα πιο ασήμαντα και καθημερινά μέχρι τα σημαντικά, ακόμη και τα “ιερά και όσια”, που λέει ο λόγος.
Κάνει εντύπωση πόσο μεγάλη πέραση έχει η “ευρηματική ατάκα”, η εντυπωσιακή “εξυπνάδα” της στιγμής. Επιπλέον “κολλά καλά” (όπως έλεγε παλαιότερη επιτυχημένη διαφήμιση γνωστής κόλλας). Δεν χρειάζονται παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα για να τη σκεφτείς, και άλλα τόσα για να την εκστομίσεις, ώστε να ακολουθήσει αυτομάτως και το “κόλλημα” του αντιπάλου στον τοίχο. Όμως η ουσιώδης αντίκρουση, της “ατάκας” ή της “εξυπνάδας”, ως καθαρό, στέρεο και ολοκληρωμένο σκεπτικό, μπορεί να χρειασθεί πολύ χρόνο και κόπο. Άσε που συχνά δεν “κολλά καλά” στις γνωστές κοκορομαχίες. Ίσως αυτοί να είναι και δυο από τους λόγους που έχουμε πλεόνασμα από ατάκες, και απελπιστικό έλλειμμα από ουσιώδεις κριτικές σκέψεις.

«Νέο Αεροδρόμιο Σπάτων». Άρθρο στο περιοδικό «Αρχιτέκτονες», (ΣΑΔΑΣ ΠΕΑ), τεύχος 26, περίοδος Β, 2001.

Θα ήθελα να συνεχίσω με δυο εισαγωγικές αυτοδεσμευτικές “δηλώσεις” που τίθενται ως βάση εκκίνησης όσων στη συνέχεια θα αναπτύξω:
(α) Πιστεύω ότι η αρχιτεκτονική, ακόμη και η πιο ιδιωτική, είναι εκ της φύσεώς της (ως σκέψη και πράξη) ανοιχτή και δημόσια. Αφορά και επηρεάζει προς το καλύτερο ή το χειρότερο, όχι μόνο τον ιδιοκτήτη της, αλλά και την κοινωνία. Και για αυτό πρέπει και χρειάζεται να κρίνεται διαρκώς από αυτήν.
(β) Προτιμώ την πιο άδικη, ακόμη και βίαιη κριτική, από τη Σιωπή. Όχι τη σιωπή της φυσικής επιφυλακτικότητας που προηγείται της κατανόησης ενός θέματος, αλλά την προαποφασισμένη, μουλωχτή, φοβική σιωπή του “.. γιατί να μπλέκω τώρα;” ή την ωφελιμιστική σιωπή του “ας κλέψουμε στη ζούλα ό,τι μπορούμε από τις ιδέες του άλλου χωρίς να πληρώσουμε το λογαριασμό”.

Αυτή λοιπόν η θανατερή σιωπή είναι νομίζω ακόμη χειρότερη και από το θορυβώδες πάρε-δώσε της “ατάκας”. Επιπλέον είναι ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια της αντικοινωνικής, εγωκεντρικής κοσμο-αντίληψης που επικρατεί και πνίγει εν τω γεννάσθαι (όπου της δοθεί η ευκαιρία) το δημιουργικό έργο.

«Αρχιτεκτονική του 20ου αιώνα στην Ελλάδα». Άρθρο στην εφημερίδα «Το Βήμα», 16/07/2000.
Κριτική με αφορμή τη σχετική έκθεση που οργάνωσε το Ε.Ι.Α.

Εντούτοις, και παρά τη σιωπή, αρχιτεκτονική κριτική (έστω και σχετικά περιορισμένη, έστω και ελλειμματική) ευτυχώς γίνεται. Διατυπώνεται -επίσης ευτυχώς- από ποικίλες κοινωνικές ομάδες και άτομα και αναλόγως χαρακτηρίζεται από διαφορετικά σημάδια και γνωρίσματα ως προς το πεδίο όπου κινείται και τον τρόπο, τα κριτήρια και τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, επιβεβαιώνοντας το ευρύ φάσμα κοινωνικού ενδιαφέροντος για την αρχιτεκτονική. Και ακριβώς επειδή πρέπει να σπάσει ο κύκλος της σιωπής και να εθισθούμε στην γόνιμη δημόσια συνομιλία (τόσο οι αρχιτέκτονες, όσο και ο κοινωνικός χώρος) χρειάζεται, πρώτοι οι αρχιτέκτονες, να μην αγνοούμε την κριτική ούτε να την υποτιμούμε, απ’ όπου και εάν προέρχεται, όπως και εάν διατυπώνεται. Αντιθέτως, καλό είναι τουλάχιστον να την ακούμε και να τη σεβόμαστε. Να διδασκόμαστε από αυτήν και κυρίως να απαντούμε σε ο,τι μας καταλογίζει. Γιατί πρέπει επιτέλους να υπάρξει ευρύς κοινωνικός διάλογος με αφορμή τα έργα μας, τόσο μεταξύ μας, όσο και με τους αποδέκτες τους. Και για να γίνει αυτό είναι χρήσιμο να αναλύσουμε με ψυχραιμία και αυτογνωσία το, -μέχρις ώρας αδιευκρίνιστο- φαινόμενο της κριτικής, ως αναγκαία φάση της αρχιτεκτονικής διαδικασίας (μάλιστα με τις ιδιαιτερότητες με τις οποίες παρουσιάζεται στον τόπο μας).

«Πού πάει η Ελληνική Αρχιτεκτονική;». 
Άρθρο στην Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 28/07/2001.
Κριτική με αφορμή την έκθεση «Βραβεία Αρχιτεκτονικής 2000» που οργάνωσε το Ε.Ι.Α.

Στο πλαίσιο λοιπόν μιας τέτοιας πρότασης (στην προκειμένη περίπτωση αναγκαστικά σχηματικής και σύντομα διατυπωμένης ας ξεκινήσω από ένα -γενικώς υποτιμημένο- είδος κριτικής. Προέρχεται από το χώρο που οι “πεφωτισμένοι” αποκαλούν υποτιμητικά “άσχετο” περί τα αρχιτεκτονικά ζητήματα. Περιλαμβάνει τους μη γνώστες (ούτε καν τους “ενημερωμένους”). Είναι οι απλοί πολίτες που κρίνουν επί τόπου του έργου, πέφτοντας πάνω του τακτικά ή κατά τύχη. Εκφράζουν την κριτική τους συζητώντας με φίλους τους ή και μονολογώντας (!). Υπό αυτές τις απλές καθημερινές συνθήκες ο λόγος τους είναι συνήθως άμεσος, με κύριο κριτήριο αυτό που έχουν συνηθίσει να θεωρούν “σωστό” ή “φυσικό”. Και για αυτό έχει μια πηγαία αγνότητα, καθώς εκπροσωπεί κυρίως τον εαυτό τους και όχι οργανωμένες ομάδες ή συμφέροντα τρίτων. Δηλαδή είναι μια άμεση φυσική προσωπική αντίδραση απέναντι στην αρχιτεκτονική, απαλλαγμένη από υποδόριους στόχους και στρατηγικές.

Εντούτοις έχω παρατηρήσει ότι όλα αυτά αλλάζουν δραματικά όταν το μικρόφωνο κάποιου ΜΜΕ χώνεται πιεστικά και χωρίς προειδοποίηση κάτω από τη μύτη του πολίτη που τότε συνειδητοποιεί ότι τον βλέπει και τον ακούει όλη η επικράτεια. Όποτε, ξαφνιασμένος, αναγκάζεται “να βάλει τα καλά του”! και να μιλήσει και αυτός με ξύλινη γλώσσα.

«Σκαριά ανοικτής θαλάσσης». 
Άρθρο στο περιοδικό «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τεύχος 34.
Αναφορά στο έργο των αρχιτεκτόνων Τ. Παπαϊωάννου και Δ. Ησαΐα.

Σέβομαι τον “ανώνυμο” αυτό κόσμο που υφίσταται και χρησιμοποιεί υποχρεωτικά τη δημόσια αρχιτεκτονική, ενώ δεν έχει πεισθεί από κανένα και τίποτε ότι του ανήκει. Με νοιάζει πολύ η κακή και η (σπανιότερα) καλή κριτική του. Όχι για να υπακούσω ντε και καλά σε αυτήν, αλλά γιατί μου δείχνει κατά κάποιον τρόπο που στέκω ως διανοούμενος και δημιουργός μέσα στο φάσμα, από το συν έως το πλην άπειρο, του πραγματικού (και όχι εξιδανικευμένου) κοινωνικού χώρου. Και έτσι νομίζω ότι με βοηθά να ελέγξω για το καλό ή το κακό την σκέψη και την πράξη μου. Να εισαγάγω σε αυτές ένα “κοινό μέτρο”. Αυτή λοιπόν η κριτική είναι για μένα η πιο δύσκολη, και γι’ αυτό στέκω απέναντί της αμήχανος, με ελάχιστα επιχειρήματα, καθώς δεν θέλω εκείνες τις δύσκολες ώρες να “διορθώσω¨τις κρίσεις της ως δάσκαλος ή ως επαΐων. Αισθάνομαι ότι το μόνο ίσως που κάποιες φορές μπορώ να της αντιτείνω είναι ότι “κάναμε το καλύτερο που μπορούσαμε, με πολλή δουλειά. Και ο χρόνος θα δείξει..” Ή να εξηγήσω κάτι εάν ερωτηθώ.

«Κάτι καλό συμβαίνει εδώ», 
Άρθρο στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 30/04/2003.
Αναφορά στο έργο του αρχιτέκτονα Ν. Κτενά.

Ένας άλλος χώρος που επίσης κρίνει την αρχιτεκτονική (και όχι μόνο) είναι φυσικά η Elite των “ενημερωμένων”, φίλων, οπαδών, προστατών -προαγωγών της, που κινούνται περί αυτήν, ενώ σπανίως αγγίζουν τον πυρήνα της. Αν και σχετικά ολιγάριθμοι, είναι όμως συχνά πανίσχυροι λόγω των προσβάσεών τους στους μηχανισμούς της δημόσιας ενημέρωσης. Έτσι, συνειδητά ή ασυνείδητα λειτουργούν ως κύριοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, άλλοτε για το καλό και άλλοτε για το κακό της αρχιτεκτονικής. Και τούτο, παρότι κατά το πλείστον είναι μη αρχιτέκτονες. Πρέπει να πω εδώ ότι η ημιμάθεια μερικές φορές ενδέχεται να είναι πιο επικίνδυνη και από την πλήρη αμάθεια.

«Λήθη, μύθοι και πραγματική αρχιτεκτονική». 
Άρθρο στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», 10/12/2012.
Κριτική με αφορμή την αναδρομική έκθεση του αρχιτεκτονικού έργου του Εμμανουήλ Βουρέκα.

Θυμίζω ότι στην παραπάνω ομάδα, εξέχουσα θέση έχουν οι παντογνώστες τακτικοί σχολιαστές της αρχιτεκτονικής. Μερικοί εξ’ αυτών (κατά το πτυχίο αρχιτέκτονες) δεν υπηρετούν όμως ούτε την πράξη και εφαρμογή, αλλά ούτε και την πραγματική θεωρητική ανάλυση. Νέμονται ένα δικό τους ασαφή ενδιάμεσο μη-χώρο, διατυπώνοντας κατ’ αναλογίαν και το σχολιασμό τους. Σχολιασμό δυστυχώς -πλην εξαιρέσεων- αποδομικό, ασπόνδυλο, επαμφοτερίζοντα, χωρίς πίστη, ρίζα ιδεολογία και μεθοδολογία. Σχολιασμό τον οποίο φαίνεται να ενεργοποιεί, όχι η έγνοια για το δημιουργικό έργο (αρχιτεκτονικό ή οποιοδήποτε άλλο) αλλά το στερητικό σύνδρομο που χαρακτηρίζει την ιδιόμορφη σχέση τους με αυτό. Σχέση που, εντέλει, κάνει κακό τόσο στο έργο που κρίνουν, όσο και στους ίδιους.

«Ιδεολογία και ηθική της Αρχιτεκτονικής». 
Άρθρο (σε δύο φάσεις) στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», 05 και 06/10/2008.
Αρχιτεκτονική κριτική με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.

Παραπλήσιος με τον προηγούμενο χώρο ως προς τη διεισδυτικότητά του στα ΜΜΕ, αλλά και με πολύ πιο άμεση σχέση με την εξουσία (ακόμη και την εκτελεστική) είναι ο χώρος των πολιτικών, πολιτευτών και πολιτικολογούντων, που επίσης με ένταση κρίνουν την αρχιτεκτονική. Τι άραγε να πει κανείς για την αισθητική (ή οποιαδήποτε άλλη) αντίληψη, όσον αφορά την αρχιτεκτονική και την τέχνη, των περισσοτέρων από αυτά τα περίεργα άτομα που και αυτά, ως παντογνώστες αλλά και παντοκράτορες, ρυθμίζουν τις τύχες μας. Εδώ σηκώνει κανείς τα χέρια ψηλά σε σχέση με τα κριτήρια, τη μεθοδολογία, τη συνέπεια, τους σκοπούς της κριτικής! Και μόνο οι απίστευτες “τούμπες” διαχρονικών πολιτικών τακτικισμών όσον αφορά π.χ. τη χρήση του περίφημου “Μητροπολιτικού Πάρκου στο Ελληνικό” δίνουν το μέτρο αυτής της κινούμενης άμμου, από την οποία φυσικά δεν απουσιάζουν και πολιτικολογούντες αρχιτέκτονες.

«Ενώ το σπίτι μας καίγεται εμείς (ακόμη) αισθητικολογούμε; Κοινωνία και αρχιτεκτονική εν καιρώ πολέμου».
Συμμετοχή στην ημερίδα που οργάνωσε ο ιστότοπος GreekArchitects με γενικό θέμα «Αρχιτεκτονική εν μέσω κρίσεως και μετά από αυτήν». 16/01/2012.

Τέλος (και παρότι καθόλου δεν πρέπει να λειτουργεί ως μοναδική κατευθυντήρια δύναμη) έχει μεγάλη σημασία και χρησιμότητα ο κριτικός λόγος των -κατά τεκμήριο- ειδικών και υπευθύνων. Δηλαδή των ίδιων των αρχιτεκτόνων, θεωρητικής κατευθύνσεως, πρακτικής εφαρμογής και δασκάλων της αρχιτεκτονικής. Εντούτοις τα πράγματα δείχνουν ότι για πολλές και ποικίλες αιτίες (και όχι χωρίς ευθύνη των ιδίων) ο λόγος τους δεν έχει τη συχνότητα, τη δυναμική, την πειστικότητα και διεισδυτικότητα που κανείς θα υπέθετε ότι του αναλογούν.

Παρόλα αυτά πολλοί αρχιτέκτονες έχουν κατά καιρούς διατυπώσει (και διατυπώνουν) δημοσίως τολμηρές κριτικές και αυτό-κριτικές σκέψεις για την επιστήμη και τέχνη που υπηρετούν, συχνά στηριγμένες σε εμπειρία και γνώση του αντικειμένου (σε επίπεδο ιστορικό, ιδεολογικό, κοινωνικό, πολεοδομικό, αισθητικό, λειτουργικό, κατασκευαστικό, οικονομικό) με χρήση δόκιμης επιστημονικής γλώσσας και ορολογίας, αλλά και με πνευματικό εύρος και βάθος. Άλλοτε πάλι δεν έχουν και αυτοί αποφύγει δυστυχώς τις υπερβολές, τις κενολογίες και τα στερεότυπα.

«Ευρηματικές κυβιστήσεις αρχιτεκτονικής ιδεολογίας και εφαρμογής». 
Κριτική παρέμβαση Τ. Μπίρη με αφορμή την αναφορά 
στον ιστότοπο του Γ. Τριανταφύλλου 
για την ελληνική συμμετοχή στη 14η Μπιενάλε της Βενετίας.

Τέλος, στο πλαίσιο του διπλού ρόλου των αρχιτεκτόνων, ως κριτών και ταυτοχρόνως κρινόμενων, έχει ιδιαίτερη σημασία ο κριτικός λόγος των δασκάλων της αρχιτεκτονικής.
Ως πρώτο δείγμα αυτού του λόγου, ταυτοχρόνως και ουσιώδες μέρος της πανεπιστημιακής αρχιτεκτονικής διδασκαλίας, έχει νομίζω μεγάλη σημασία η γνωστή δημόσια κριτική των σπουδαστικών θεμάτων στα σχεδιαστήρια των Σχολών. Γιατί είναι η πρώτη οργανωμένη διαδικασία που εισάγει με τρόπο δημοκρατικό και διαλεκτικό την ανάγκη δημιουργίας από τους νέους μέλλοντες αρχιτέκτονες, κριτικής και αυτοκριτικής συνείδησης και μεθοδολογίας.
Επιπλέον, τους εξοικειώνει με την σκέψη ότι η αρχιτεκτονική δεν είναι ανεξέλεγκτο παιχνίδι ικανοποίησης προσωπικών τους νευρώσεων, αλλά επιστήμη και τέχνη με ισχυρό κοινωνικό έρεισμα. Και γι’ αυτό ελέγχεται και κρίνεται από την κοινωνία, ακόμη και στο ανοιχτό Forum της “Αγοράς” (τόσο με την αρχαία όσο και με την τρέχουσα σημασία του όρου).

«Η μεγάλη σημασία ενός “μικρού” αρχιτεκτονήματος». Άρθρο της Σοφίας Τσιράκη στην Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 29/06/2014.
Αναφορά στη βράβευση της πρότασης δύο φοιτητών αρχιτεκτονικής για το μικρό κτίριο ενημέρωσης του κέντρου «Σταύρος Νιάρχος» στο Δέλτα Φαλήρου.

Όλα τα στοιχεία που σημαδεύουν τον εκτός Πανεπιστημίου κοινωνικό χώρο για τη δημιουργία της καλής ή κακής “κοινής αντίληψης” και κριτικής σε αναφορά με την αρχιτεκτονική, υπάρχουν και εκδηλώνονται εν τω γεννάσθαι ως ζωντανά δρώμενα σε αυτή την επίπονη διδακτική δοκιμασία. Εκεί διατυπώνεται (από διδάσκοντες και διδασκομένους) τόσο η εμπνευσμένη, τεκμηριωμένη, διεισδυτική, συμπάσχουσα κριτική, που ανασταίνει την αρχιτεκτονική, όσο και η γνωστή “σιωπή” (που αναφέρθηκε στην αρχή), αλλά και η λειψή, αδιάφορη, ακόμα και λαθεμένη κριτική, που την σκοτώνει. Και μετά, όλα αυτά περνούν και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο.

Από δική μας επιλογή, το σύνολο περίπου της δραστηριότητάς μας ως αρχιτεκτονική ομάδα, αφορούσε και εξακολουθεί να αφορά την μελέτη και υλοποίηση δημόσιας αρχιτεκτονικής, μέσω συμμετοχών σε πανελλήνιους ή διεθνείς διαγωνισμούς. Και εξ’ αυτού του λόγου κριθήκαμε και κρινόμαστε συνεχώς και δημοσίως για το έργο μας. Ζήσαμε (και ζούμε) έτσι στιγμές ευχάριστες, αλλά και πολύ δυσάρεστες. Τις θεωρούμε όμως όλες αναπόσπαστο κομμάτι της αρχιτεκτονικής διαδικασίας, προσπαθώντας να μην υπερεκτιμούμε τις πρώτες ή “να χώνουμε κάτω από το χαλί” τις δεύτερες. Αντιθέτως, νομίζουμε ό, τι μαθαίνουμε και από τις δύο.

«Υποφωτισμένες (ή και κρυμμένες) όψεις του ιστορικού αρχιτεκτονικού μας τοπίου. Η υπόθεση της εξαφάνισης του Ιωάννη Δεσποτόπουλου».
Κείμενο του Τάσου Μπίρη στη σχετική ημερίδα που οργάνωσε ο Π. Τσακόπουλος στο Ωδείο Αθηνών. 20/12/2014.

Θα ήταν λοιπόν ίσως χρήσιμο (κλείνοντας αυτό το κείμενο για την αρχιτεκτονική κριτική) να καταθέσω κάτι ακόμα – νομίζω όχι ασήμαντο – από αυτή τη μακρά εμπειρία μας, τόσο στο Πανεπιστήμιο, όσο και στην εφαρμογή της αρχιτεκτονικής, κυρίως της δημόσιας 
Έχω λοιπόν παρατηρήσει πόσο χρήσιμο είναι (ιδιαιτέρως όταν κανείς έχει την -σπανίζουσα πια- επιθυμία, την τόλμη, γνώση και ικανότητα να διατυπώνει προς τον κοινωνικό χώρο κριτική στηριγμένη σε αρχές, μέθοδο, τεκμηριωμένο σκεπτικό και με χρήση κατάλληλης επιστημονικής γλώσσας) το να μην εγκλωβίζεται ολοκληρωτικά σε αυτό το πολύ συνεκτικό προσωπικό του κανονιστικό σύστημα. Δηλαδή, το να κρατά διαρκώς ανοιχτή και μια πόρτα προς το άγνωστο, μη προβλέψιμο στοιχείο της ξένης σκέψης. Γιατί στόχος της κριτικής μας δεν είναι ο έλεγχος του ξένου έργου σύμφωνα μόνο με το πώς θα το κάναμε εμείς, αλλά σύμφωνα και με το πώς και γιατί το έκανε (όπως το έκανε) ο “άλλος”. Και εάν το δικό του ” άλλο” έχει να δώσει κάτι νέο και καλό για την αρχιτεκτονική και την κοινωνία. Κάτι που έχει αφ’ εαυτού μεγάλη αξία, ανεξαρτήτως εάν επιβεβαιώνει ή όχι το δικό μας τρόπο και δρόμο.


«Απρόσμενες αρχιτεκτονικές συναντήσεις». Άρθρο στον ιστότοπο GreekArchitects.
Κριτική αναφορά στο «Αρχαιολογικό Μουσείο Θήβας», έργο του αρχιτέκτονα Μιχάλη Σουβατζίδη.

Για παράδειγμα, μπορεί, ως κριτές, να πιστεύουμε ακράδαντα ότι μια δημόσια είσοδος πρέπει να είναι ορθάνοιχτη και αξονικά τοποθετημένη προς την κύρια προσπέλαση. Και μπορεί ”γενικώς” να έχουμε δίκιο. ”Ειδικώς“ όμως, μια είσοδος ενδέχεται να μπορεί να λειτουργήσει ακόμα καλύτερα ως ασυνήθιστη νέα εμπειρία, πλάγιας ή έκκεντρης σταδιακής διείσδυσης προς ένα εσωτερικό προστατευμένο πυρήνα. Ένα “νέο κόσμο” που παραμένει σκοπίμως για λίγο (και προς χάριν μας) μισο-κρυμμένος, ερεθίζοντας την περιέργεια και επιθυμία να κινηθούμε σταδιακά προς αυτόν ώστε να αποκαλύψουμε το μυστικό του.


«Σιδερένιες μπάλες». Άρθρο στο περιοδικό «Αρχιτέκτονες», (ΣΑΔΑΣ ΠΕΑ), 
τεύχος 78, περίοδος Β, 2010.

Μπορεί ένα τέτοιο “άλλο” να πετύχει, ως μοναδική ανατρεπτική εμπειρία. Μπορεί και όχι. Αυτό όμως θα το αποδείξει ο χρόνος και η ζωή, όχι η κριτική.
Γιατί η ουσιώδης αρχιτεκτονική κριτική δεν εκδίδει βεβαιώσεις και πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης προς υφιστάμενα στερεότυπα. Αντιθέτως, μπορεί να βοηθά -όπως επανειλημμένα έχει κάνει- την αρχιτεκτονική να βρει νέους δρόμους και νέους κόσμους (όπως ήδη αναφέρθηκε) που η κοινή αντίληψη αρχικά απορρίπτει ή δεν κατανοεί.

Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι η ίδια μια εμπνευσμένη προσωπική προβλεπτική ανά-σύνθεση, και γι’ αυτό, εν πολλοίς εκτεθειμένη. Με το ένα πόδι να πατά και εκείνη σε κανόνες και συστήματα και με το άλλο στην επικίνδυνη, οδυνηρή κόψη του ξυραφιού, ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο.

Τάσος  Μπίρης

Η εικονογράφηση της εισήγησης έγινε από τον Τάσο Μπίρη και προέρχεται από άρθρα και κείμενά του, που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε εφημερίδες, περιοδικά και το διαδίκτυο.



Tuesday, January 24, 2017


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ
ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ

σύντομο σχόλιο
σχετικό κείμενο και μια πρόταση
της Μάρως Καρδαμίτση Αδάμη



OMNIVIEW, Δημήτρης Τσίγκος, Γιάννης Τσίγκος, Κάτε Καραγιάννη, Χριστίνα Τσακίρη, και Μαρία Καραμάλη. Αρχιτέκτονες, 2014

"ONE KLEOMENOUS" στον Λυκαβηττό


Γράφοντας σε αυτό το μπλογκ βρίσκομαι συχνά σε αμφιβολία αν τελικά νομιμοποιούμαι να κάνω κριτική, αρνητική η θετική, στα θέματα που ανεβάζω. Ένα ερώτημα που ενισχύεται κυρίως από την έντονη απουσία δημοσιευμένων σχετικών τοποθετήσεων κυρίως για την αρχιτεκτονική. 

Είναι γνωστό ότι σε ότι αφορά το θέατρο, τα εικαστικά και τα βιβλία, θέματα που κατά καιρούς έχω καταπιαστεί, υπάρχει μια συγκεκριμένη πρακτική που συνεχίζεται. Καθιερωμένοι, λιγότερο ή περισσότερο κριτικοί, καταθέτουν τις απόψεις τους σε έντυπα και στο διαδίκτυο και συχνά ενημερώνουν ή τελικά κατευθύνουν το κοινό. 

Αρκετές φορές έχω διαφωνήσει με αυτές τις κριτικές και έχω συγκροτήσει την δική μου διαφορετική άποψη, βλέποντας μια θεατρική παράσταση ή μια έκθεση, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι αντίστοιχες κριτικές δεν είναι χρήσιμες έστω και αν διαφωνείς μαζί τους. Σε βάζουν να σκεφτείς να προβληματιστείς και μέσα στο χρόνο να κατασταλάξεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον τρόπο που προσεγγίζεις τα θέματα της δημιουργίας μέσα πάντα από συσχετισμούς και κριτική σκέψη.

Δίπλας Χρίστος, Κατοικία στον Διόνυσο, 2010
Το έργο αυτό παρουσιάστηκε στην 1η έκθεση αρχιτεκτονικού έργου στην Αττική/ΣΑΔΑΣ (ΑΤΤΙΚΗΣ), 2013

Στην αρχιτεκτονική όμως υπάρχει μια τελείως διαφορετική προσέγγιση. Το αρχιτεκτονικό έργο απλά παρουσιαζεται μέσα από δημοσιεύσεις και καταξιώνεται έμμεσα μέσα από την επιλογή του από τον εκάστοτε εκδότη. Ότι δηλαδή δημοσιεύεται συνήθως θεωρείται σημαντικό και ότι παραμένει στην αφάνεια χάνεται στον χώρο του ασήμαντου. Μέσα στο χρόνο η κάποτε σχετικά αξιόπιστη διαδικασία επιλογής προς δημοσίευση, έχει αρκετές φορές καταλήξει σε μια μηχανιστική και σχεδόν άνευ κριτηρίων άκριτη δημοσίευση αρχιτεκτονικών έργων, απλά σαν παράθεση καρτ ποστάλ προς ενημέρωση, χωρίς κάποια αναλυτική κριτική αξιολόγηση, θετική ή αρνητική.

Χρυσολούρη Φραγκίσκα, πενταόροφο κτίριο με χρήση πολιτιστικών εκδηλώσεων, Ιερά Οδός και Ιεροφάντων, Κεραμεικός 2009 Αθήνα. 
Το έργο αυτό παρουσιάστηκε στην 1η έκθεση αρχιτεκτονικού έργου στην Αττική/ΣΑΔΑΣ (ΑΤΤΙΚΗΣ), 2013

Αντωνόπουλος Ευάγγελος, Βέττα Θάλεια, Γαβαλάς Γεώργιος, Ρήγα Μαρία – Κυριακή, Σταμούλη Αναστασία, και Πυλαρινού Μαρία, αρχιτέκτονες.
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΝΑΛΙΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ: ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Η κριτική αυτή αξιολόγηση τα τελευταία χρόνια απουσιάζει, παρόλες τις περιρέουσες συζητήσεις και τα σχόλια που καλόπιστα ή κακόπιστα κυκλοφορούν συχνά, αιωρούμενα στους κύκλους των αρχιτεκτόνων και όχι μόνο. Σχόλια για τα θετικά στοιχεία ενός έργου, επιρροές συσχετίσεις και αναφορές, ή αδυναμίες, ή αχίλλειες πτέρνες του, έχουν συζητηθεί έντονα για πολλά κτίρια σπάνια όμως καταγράφονται τεκμηριωμένα ή δημοσιεύονται.

αρχιτεκτονική ομάδα: Ι. ΜΟΥΖΑΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ Ε.Π.Ε./ 3SK ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ Α.Ε. συμμετείχε ως συνεργάτης των 3SK η Καλλιόπη Κοντόζογλου,

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έννοια της «δημιουργικής κριτικής» για την αρχιτεκτονική είναι τελικά σχεδόν ανύπαρκτη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια παρά το ένδοξο παρελθόν που κάποιοι αρχιτέκτονες, όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης είχαν το θάρρος να τοποθετηθούν με τόλμη σε κείμενά τους απέναντι στο έργο Ελλήνων συναδέλφων τους και να προκαλέσουν συζητήσεις και προβληματισμούς. 
Θα συμπλήρωνα για τα νεότερα χρόνια τα ονόματα του Δημήτρη Φιλιππίδη, του Τάσου Μπίρη και του Ανδρέα Γιακουμακάτου, που πέρα από σχετικές εκδόσεις τους εξακολουθούν, σποραδικά και με διακριτικότητα να σχολιάζουν σε διάφορα έντυπα και στο διαδίκτυο. Ίσως μου διαφεύγουν και άλλοι.

Με αυτούς τους προβληματισμούς συναντηθήκαμε με την Μάρω Αδάμη στο Μουσείο Μπενάκη στα εγκαίνια της έκθεσης των ΔΟΜΩΝ για τον Διαγωνισμό για το ΝΕΟ ΑΣΤΙΚΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ “ROOM 18” και διαφωνώντας για τις αρχιτεκτονικές επιλογές που διακρίθηκαν, συμφωνήσαμε ότι τελικά υπάρχει σαφής απουσία, ή τελικά πολύ περιορισμένη, επώνυμης καταγεγραμμένης κριτικής και αυτό αποτελεί μείζον θέμα. Έτσι αφού καταγράψαμε και δημοσιεύσαμε τις διαφορετικές κριτικές μας απόψεις, για αυτή την έκθεση σε αυτό το μπλογκ 
ΝΕΟ ΑΣΤΙΚΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ / “ROOM 18”/ 3o Βραβείο, 
Sara Navazo Saez De Arregui (LA-NA), 
Edorta Larizgoitia Andueza (LA-NA) 

μετά χαράς διαπίστωσα ότι άνοιξε ένας διάλογος κριτικής στον οποίο συμμετείχαν και ο Δημήτρης Φιλιππίδης και ο Ανδρέας Γιακουμακάτος. Ένας διάλογος που δημοσίευσα (διαβάστε σχετικά εδώκαι εκτιμώ ότι συνέβαλε δημιουργικά προς όλες τις πλευρές.

Η Μάρω Αδάμη δεν το έβαλε κάτω. Επανήλθε με νέο κείμενο για την αρχιτεκτονική κριτική. Της αναγνωρίζω την επιμονή της στις απόψεις της και τις αρχές της, παρόλο που διαφωνούμε συχνά. Νομίζω ότι ανοίγεται ένας δρόμος για το θέμα αυτό της δημιουργικής κριτικής και υπάρχουν ήδη πολλές σκέψεις για την συνέχειά του και την ανάδειξή του στο άμεσο μέλλον. 

Παραθέτω στην συνέχεια το νεότερο κείμενό της με τίτλο: 


ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΙΝΑ

Της Μάρως Καρδαμίτση Αδάμη

Τομή συσχέτισης του μεγέθους του Νέου Δικαστικού Μεγάρου και της Ακρόπολης 
 και κριτικά σχόλια του γνωστού Γάλλου αρχιτέκτονα Ernest Hebrard με αφορμή την πρόταση του Αλέξανδρου Νικολούδη για το Δικαστικό μέγαρο των Αθηνών (1928)

Eίχα γράψει και παλαιότερα για την έλλειψη δημιουργικής αρχιτεκτονικής κριτικής στη χώρα μας. Το φαινόμενο δεν είναι ούτε σύγχρονο, ούτε μονάχα ελληνικό. Ήδη από τον Απρίλιο του 1966 ο καθηγητής του EMΠ και πρόεδρος τότε της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής Εταιρίας Βασίλης Κασσάνδρας έγραφε: «Στο Παρίσι ξεσηκώθηκε τελευταία σταυροφορία με διεθνή απήχηση για τη δημιουργία αρχιτεκτονικής κριτικής… Η απουσία πραγματικής κριτικής αφήνει ελεύθερο το πεδίο στην ψευδοκριτική που όχι μόνο δεν λέει τίποτα αλλά διατηρεί και εντείνει τη σύγχυση των πνευμάτων, διαστρεβλώνει τα κριτήρια της εκτιμήσεως, εκμηδενίζει τη δυνατότητα της κρίσεως, εμποδίζει τη διαμόρφωση μιας φωτισμένης δημόσιας γνώμης, γεννά ένα χάος από το οποίο επωφελούνται οι αναρριχητικοί και οι ανίκανοι. Η ψευδοκριτική επιτρέπει τη δικαιολόγηση των πάντων… άλλοτε με επαίνους του συντηρητικού μορφοκρατισμού, άλλοτε με την επιβράβευση του σκανδαλώδους και του εντυπωσιακού».

Ιωάννης Βικέλας και Ιωάννης Κυμπρίτης, Πύργος των Αθηνών, κτίστηκε επί δικατατορίας το 1971, και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και κριτικές. Κατασκευή ΑΛΒΕΡΤΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ

Τα τελευταία χρόνια με τη συνδρομή του Ε.Ι.Α., του περιοδικού των Δομών, και των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη και των ιστοσελίδων των Greek Architects και του Γιώργου Τριανταφύλλου έχουν γίνει πολλές προσπάθειες γνωριμίας και προβολής των νέων και των λιγότερο νέων Νεοελλήνων Aρχιτεκτόνων. Aυτών που διαμόρφωσαν την αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Παράλληλα έχουν εκδοθεί αρκετές μονογραφίες της μεσοπολεμικής γενιάς και της γενιάς του ΄60 και του ΄70. Παρ΄όλα αυτά δεν βλέπω ούτε τη νεοελληνική αρχιτεκτονική να βελτιώνεται σημαντικά ούτε να γίνεται πλατύτερα γνωστή στο ευρύ κοινό.

Εμμανουήλ Βουρέκας (1905-1993), Προκόπης Βασιλειάδης (1912-1977) και Σπύρος Στάικος,
Ξενοδοχείο Hilton υπό κατασκευή. Εγκαινιάστηκε το 1963 και προκάλεσε θύελλα κριτικής και συζητήσεων 

Ίσως θα έπρεπε να ασκήσουμε στους εαυτούς μας μια αυστηρή αυτοκριτική. Τι είναι καλό και τι όχι. Σ΄ όλα όσα ανέφερα πιο πάνω λείπει η κριτική, η καλοπροαίρετη αλλά αυστηρή αυτοκριτική. Όπως περίπου γίνεται και με το βιβλίο, κάνουμε πολλές παρουσιάσεις αρχιτεκτονικών έργων και ελάχιστες αν όχι μηδενικές κριτικές. Και όμως στα πηγαδάκια, στα φουαγιέ των εκθέσεων, των ημερίδων και των διαλέξεων τα σχόλια πάνε και έρχονται. Σιγανά, μεταξύ μας. Καταντούν κουτσομπολιά και όχι σχόλια που στηρίζονται σε κριτήρια και δεδομένα. Τι φοβόμαστε να τα πούμε δυνατά; Δεν έχουμε άραγε το θάρρος της γνώμης μας; Δεν θέλουμε να χαλάσουμε φιλίες; Μήπως όπως λέει ο «Michel Foucault» η κριτική βρίσκει το σημείο αγκίστρωση της στο πρόβλημα της βεβαιότητος απέναντι στην αυθεντία; Αλλά τότε ποια είναι η αυθεντία; Οι συνθέτες – δημιουργοί; Οι κριτικοί της αισθητικής γενικότερα – μη αρχιτέκτονες;

Ο παλιός συνεργάτης του Ζυγού, τεχνοκρατικός Ίων Δραγούμης έγραφε τον Οκτώβριο του 1960 ότι «Η αρχιτεκτονική και η διακοσμητική που ανήκουν στο μεταίχμιο τέχνης και τεχνικής ονειροπολήσεως και χρήσεως ατομικότητος και δημοσιότητος» διαφέρουν από τις άλλες τέχνες διότι βρίσκονται στο σημείο ακριβώς όπου συναντάται η σύζευξη του αιώνιου και του εφήμερου και επομένως υπόκεινται στη χρονική μεταβλητότητά του στυλ και της μόδας. Είναι αυτό άραγε ένα άλλοθι απέναντι στην αυθεντία; Ίσως και να ναι; Για το μεγάλο κοινό είναι σίγουρα. Για τους αρχιτέκτονες όμως είναι; Εντάξει για κάποιους μπορεί να είναι. Αλλά κάπου θα υπάρχει και ένας απόγονος (όχι κατ' ανάγκη βιολογικός) του Κώστα Μπίρη του Άρη Κωνσταντινίδη που να έχει το θάρρος να πει χύμα τι πιστεύει.

Αριάδνη Βοζάνη, Γρηγόρης Δεσύλας, Μαριαλένα Κάτσικα και Θεόδωρος Τσιατάς αρχιτέκτονες. Πλατεία Ομονοίας 

Και η αλήθεια είναι ότι η κριτική έχει καταλήξει να θεωρείται σαν εξωτερίκευση ζήλιας ή ενδόμυχης κακίας ακόμα και μεταξύ φίλων. Είναι δύσκολό, πολύ δύσκολό το να έχεις την ιδιότητα του κριτικού και να αποτολμήσεις μια αυστηρή ή έστω δίκαια κριτική. Μια αντικειμενική κριτική. Φυσικά δεν υπάρχει μόνο η αρνητική κριτική υπάρχει και πρέπει να υπάρχει και η θετική, η δημιουργική κριτική. Έχουμε όμως τόσο συνηθίσει σε παρόμοιες κριτικές, που έχουμε γίνει δύσπιστοι. 

Επίθετα, όπως σημαντικοί, πρωτοπόροι, φράσεις όπως, έργα σταθμοί, κτίρια ενταγμένα στο περιβάλλον, σωστά διαβαθμισμένοι όγκοι, πετυχημένη σχέση πλήρων και κενών, υψηλή αισθητική, έργα που ανοίγουν διάλογο κ.λπ., κ.λπ. συναντάς σε κάθε μονογραφία, μικρή ή μεγάλη, σε κάθε παρουσίαση έργου, σημαντικού ή μη αρχιτέκτονα.

Και επιλέγω σχόλια λιτά, απλά, κατανοητά.

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που συνειδητά επιλέγουν μια πιο δυσανάγνωστη κριτική με ένα λόγο «σοφό», «περίπλοκο», «ακατάληπτο» από το κοινό. Που διακρίνουν στο έργο νέες προεκτάσεις, νέες αξίες, νέες αρχές που ούτε ο ίδιος ο δημιουργός του δεν είχε ποτέ σκεφτεί. Και φυσικά όχι μόνο στο χώρο της αρχιτεκτονικής.

Μουσείο Ακρόπολης με φόντο τον Παρθενώνα

Αναρωτιέμαι αν τα περισσότερα από τα παρουσιαζόμενα έργα είναι μικρά αριστουργήματα, τότε γιατί το κοινό δεν τα καταλαβαίνει; Τι φταίει; Εμείς ή αυτό; Και έστω ότι προχωρούμε όσο και όπως μπορούμε σε μια προσπάθεια αρχιτεκτονικής επιμόρφωσης του κοινού όπως προτείνουμε με τον Τάσο Μπίρη και τον Μανώλη Οικονόμου στο «Α της αρχιτεκτονικής». Εμάς τρομάρα μου, τις αυθεντίες, ποιος θα μας επιμορφώσει. (βλέπε σχετικό υλικό  που δημοσιεύτηκε αρχικά στους Greek Architects και στην συνέχεια σε είδικό blog κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ)

Τώρα τελευταία όλο ιδέες μου έρχονται. Κι αν κάναμε μια συζήτηση για την κριτική της αρχιτεκτονικής; Αν οργανώναμε μια ημερίδα; Αφού προηγουμένως πάρουμε και κανένα βάλιουμ. Πολλοί από εμάς είμαστε πια «ώριμοι». Ίσως να είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε με σχετική ηρεμία και κυρίως με ψυχραιμία να ακούσουμε μια έντιμη κριτική έστω και υποκειμενική χωρίς να χαλάσουμε τις φιλίες μας. Φιλίες που όσο «γερνάμε» (λάθος μεγαλώνουμε), έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία από την αλήθεια μιας κριτικής.

Χωρίς κριτική ζω, χωρίς φίλους όχι.

Ίσως λοιπόν, λέω και πάλι ίσως να βοηθούσα στον «αρχιτεκτονικό παράδεισο» που λέει ο Δημήτρης Φιλιππίδης να δίναμε ένα παράδειγμα εντιμότητας και ήθους στους νεότερους.
Οι λέξεις δίκαιο, αλήθεια, κάλλος, ελευθερία, είναι λέξεις αρχέτυπα. Αλλά και οι λέξεις ψυχή (ψυχής, ανάγκη) και αγάπη είναι επίσης αρχέτυπα (Jung).
Άντε λοιπόν ας βάλουμε μπρος να τα εκφράσουμε όσο πιο καλά μπορούμε, με ειλικρίνεια και θάρρος.
Καλό θα ήταν βέβαια να τα είχα πει όλα αυτά 30 χρόνια πριν και βάλε. Τώρα μου ήρθε, τώρα τα λέω. Στο κάτω-κάτω μια ιδέα είναι αυτή. Τη λέω κι ας πέσει κάτω. Αντέχω την κριτική.

Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη





Monday, January 16, 2017



SO-IL ARCHITECTURE:
MANETTI SHREM MUSEUM OF ART
ΣΤΗΝ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ

ο Ηλίας Παπαγεωργίου και η δόξα 
των  διάτρητων επικαλύψεων


Ένα ακόμη σημαντικό έργο της ομάδας SO-IL ARCHITECTURE με έδρα την Νέα Υόρκη στην οποία συμμετέχουν ο δικός μας, Ηλίας Παπαγεωργίου μαζί με τους Florian Idenburg, και Jing Liu, παρουσιάζεται σήμερα Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2016 στις 19:00 μμ στο Παρίσι στην διάλεξη που θα δώσει ο Παπαγεωργίου στο Pavillon de l΄Arsenal στο Παρίσι, σε ένα σημαντικό χώρο πληροφόρησης και παρουσίασης έργων αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας. 

Πρόκειται για το νέο Μουσείο Shrem Manetti στην Καλιφόρνια που εγκαινιάστηκε πρόσφατα στις 13 Νοεμβρίου 2016.

Η είσοδος του νέου Μουσείο Shrem Manetti, Photo Iwan Baan

Είναι γνωστή η εμμονή του Παπαγεωργίου και της ομάδας του, στις μαγεία του φιλτραρίσματος του φυσικού φωτός μέσα από διάτρητες κατασκευές μεγάλης κλίμακας που καλύπτουν με ένα ξεχωριστό ευαίσθητο τρόπο το φυσικό τοπίο και στεγάζουν διαφορετικού είδους χρήσεις.

Από την παρουσίαση στην διάλεξή του Παπαγεωργίου 
στο πλαίσιο του ΕΙΑ στις 19 11 2015
της πρότασης που συμμετείχε στην 14η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής




Η πρότασή του με τίτλο "veiled", που διατύπωσε με αφορμή την 14η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στην Βενετία, όπου συμμετείχε στις πειραματικές συμμετοχές της Ελληνικής παρουσίας με τίτλο “Remaking Greece”, με επίτροπο τον Γιάννη Αίσωπο, μας εντυπωσίασε. Μια χειρονομία στο τοπίο, σε ένα νησί του Αιγαίου, σηματοδοτεί μια νέα τυπολογία τουριστικής εγκατάστασης και επανα-διαπραγματεύεται την σχέση τεχνητού περιβάλλοντος και φύσης. Ένα κυματοειδές διάτρητο πέτασμα, ένα διαπερατό στέγαστρο που αιωρείται σαν πέπλο, συνομιλεί με τις καμπύλες του εδάφους και ορίζει μια ποικιλία χώρων διαφορετικής κλίμακας. Οι επιφάνειές του διαθλούν το φως, μετριάζουν την θερμότητα και παράγουν ήχους όταν ο άνεμος φυσά και η όλη σύνθεση εξακολουθεί να παραμένει στην μνήμη μου σαν μια από τις σπάνιες αρχιτεκτονικές μου εμπειρίες.

SO-IL ARCHITECTURE, Pole Dance, 2010
Είχε προηγηθεί το Pole Dance, μια παράξενη αρχιτεκτονική επέμβαση στην Νέα Υόρκη το 2010. Ένα συμμετοχικό περιβάλλον, μια ακόμη κυματοειδής και διάτρητη επικάλυψη μιας αυλής που λειτουργεί διαδραστικά, επηρεάζεται συνεχώς από την ανθρώπινη δράση και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η βροχή και ο άνεμος, στηριγμένη σε κινούμενους στύλους που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του MoMAPS1 ’s Young Architects Program. 

Το νέο Μουσείο Shrem Manetti, φωτό © Iwan Baan

Το νέο Μουσείο Shrem Manetti είναι ένα σύγχρονο μουσείο τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, ένα από τα πιο ολοκληρωμένα ερευνητικά πανεπιστήμια του κόσμου. Αποτελεί ένα μοναδικό αποθετήριο έργων τέχνης που δημιουργήθηκαν από μια γενιά από σημαντικούς καλλιτέχνες, που εργάστηκαν και σπούδασαν στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας Davis, τις αρχές της δεκαετίας του '60, όπως οι Wayne Thiebaud και Robert Arneson. Η αρχιτεκτονική μελέτη των SO-IL επιλέχθηκε μετά από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό το 2013.



Οι επικαλύψεις και η κάτοψη του Μουσείου

Χαρακτηρίζεται από το “Grand Canopy” ένα διαπερατό πέτασμα, μια διευρυμένη πέργκολα με περσίδες από διάτρητο αλουμίνιο που αιωρείται και καλύπτει μια ολοκληρωμένη σύνθεση από εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους.


Μια ελεύθερη διάταξη, ένα ψηφιδωτό 910 τριγωνικών περσίδων-δοκών αλουμινίου που παραπέμπει   στις παλαιότερες τολμηρές αναζητήσεις του Αριστείδη Αντονά που πρότεινε για την σκίαση κυρίως υπαίθριων χώρων στην Αθήνα, ευρύτερες δομές πέργκολας, σε ορθογωνικό κάναβο. 

Αριστείδης Αντονάς, Athens Terrace Works. 
νέες δομές πέργκολας με την επανάχρηση παλαιών υλικών 
 από εγκαταστάσεις υποδομής,
τοποθετούνται στις ταράτσες της πόλης για την δημιουργία σκίασης. 

Η φιλόδοξη πρόταση του γραφείου S0-IL, της ιδιότυπης αυτής κάλυψης, σαφώς πιο τολμηρή και πιο ελεύθερη με ευθύγραμμες και καμπύλες χαράξεις, σηματοδοτεί στην κυριολεξία την αρχιτεκτονική του νέου Μουσείου. 

© Iwan Baan

Παράλληλα ισορροπεί μέσα στο τοπίο και τις γραμμικές διατάξεις των καλλιεργημένων εκτάσεων της όμορης αγροτικής κοιλάδας, που φαίνεται ότι συνομιλούν με τις γραμμικές διατάξεις των περσίδων του μεγάλου αυτού στεγάστρου. 

© Iwan Baan
Η πολυπλοκότητα και η ελευθερία των χαράξεων των περσίδων προσφέρουν διαφορετικές εικόνες που ενεργοποιούνται από την κίνηση και την προοπτική του θεατή. Ένα νέο σύμβολο για την πανεπιστημιούπολη εντάσσεται και εναρμονίζεται δυναμικά με το τοπίο, ένα νέο έμβλημα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Ντέιβις.

© Iwan Baan

"Οι Αρχιτέκτονες μας έχουν δώσει μια εργαλειοθήκη για τη δοκιμή νέων τρόπων χρήσης ενός μουσείου αφιερωμένο στη σύγχρονη τέχνη", λέει ο Rachel Teagle, διευθυντής του Μουσείου Manetti Shrem. "Έχουμε εκθεσιακούς χώρους που μπορεί να μετατραπούν εύκολα, εξωτερικούς τοίχους που μετατρέπονται σε οθόνες, δημόσιους χώρους με δωρεάν πρόσβαση Wi-Fi και αίθουσες όπου μπορούν να πραγματοποιηθούν πανεπιστημιακά μαθήματα για όλα τα είδη των θεμάτων, όχι μόνο για την τέχνη."

© Iwan Baan

Στο εσωτερικό, το γυάλινο λόμπι οδηγεί σε μια κεντρική αυλή, η οποία ανοίγεται προς τον ουρανό και σε τρείς διαφορετικές χωρικές ενότητες που φιλοξενούν εκθέσεις και παράλληλα προσφέρονται για δημόσια χρήση και συγκεντρώσεις. Η σύνθεση συμπληρώνεται με κήπους, κιόσκια, αίθουσες διδασκαλίας και άλλες λειτουργίες υποστήριξης. Αυτή η «δημοκρατική οργάνωση» πυροδοτεί μια σειρά από δυνατότητες. Δημιουργεί άτυπες ευκαιρίες μάθησης και αλληλεπίδρασης, υποστηρίζοντας την αποστολή του μουσείου για να έχουν όλοι οι επισκέπτες την δυνατότητα να γίνουν και πάλι μαθητές.

© Iwan Baan

© Iwan Baan

© Iwan Baan
© Iwan Baan


© Iwan Baan

Το μουσείο είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε σε ήπιες καιρικές συνθήκες, το λόμπι και άλλοι χώροι εκτός από τους εκθεσιακούς να μπορούν να ανοίγουν προς τα έξω.
Το έργο ανήκει στο Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, Davis και κόστισε 30 εκατομμύρια δολάρια
___________________________________________________________


Ηλίας Παπαγεωργίου

Ο Ηλίας Παπαγεωργίου γεννημένος στην Αθήνα το 1980, είναι ένας Έλληνας αρχιτέκτονας και συνεργάτης στο γραφείο αρχιτεκτονικής SO - IL στην Νέα Υόρκη, από την ίδρυσή του το 2008 στο οποίο εντάχθηκε ως εταίρος το 2013. 

Έχει δώσει σειρά διαλέξεων και έχει διδάξει στο Graduate School of Architecture του Πανεπιστημίου Κολούμπια, και στο Πανεπιστήμιο Tulane. Ο Ηλίας κατέχει Δίπλωμα Αρχιτεκτονικής από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έχει κάνει μεταπτυχιακό στην Αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.


Κάντε ΚΛΙΚ στις εικόνες για μεγέθυνση.