Tuesday, August 18, 2015

ΣΚΕΨΕΙΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


Irvin Yalom - Σάνιας Κιρπότιν 

της Μάρως Καρδαμίτση Αδάμη

Irvin Yalom
Σάνιας Κιρπότιν 


2015. Παραμονές δεκαπενταύγουστου στην Αθήνα, ζέστη, υγρασία, κατεβασμένα ρολά, άδεια πόλη. 
Ξαπλωμένη, με τον ανεμιστήρα αναμμένο, διαβάζω το τελευταίο βιβλίο του Irvin Yalom «Πλάσματα μιας ημέρας». 


Άλλο ένα βιβλίο πάνω στο θάνατο. Ένα θέμα λίγο πού απαγορευμένο που τον απασχολεί συνέχεια. «Στον κήπο του Επίκουρου – Αφήνοντας πίσω τον φόβο του θανάτου» 2008, «Θρησκεία και ψυχιατρική» 2003. 
Ξανά και ξανά, η μεγάλη ανθρώπινη αγωνία “Le soleil ni la mort ne se peuvent regarder en face» François de la Rochefou cault. Πρόλογος στον «Κήπο του Επίκουρου». 
«Η πρώιμη θρησκευτική μου παιδεία ήταν σκέτη καταστροφή από παιδαγωγική άποψη – η ορθόδοξη εβραϊκή Συναγωγή όπου ανήκε η οικογένεια μου ήταν εμπλουτισμένη μ΄ έναν άκαμπτο, αμετακίνητο αυταρχισμό που με δυσαρεστούσε ιδιαίτερα. Μακροπρόθεσμα η σημασία της για μένα υπήρξε αποκαλυπτική, γιατί από νωρίς στη ζωή μου έχασα κάθε πιθανότητα ν΄ αποκτήσω πίστη» γράφει στο Θρησκεία και Ψυχιατρική. 
«Και τελικά πεθαίνει, όχι μόνο στο πόνο αλλά με τη χαρά της απέραντης συμπόνιας. Η αφύπνιση στο τέλος της ζωής. «Ο Ιβάν Ίλιτσ του Τολστόι», και πάλι στον Κήπο του Επίκουρου. 

B΄ 

2015. Παραμονές δεκαπενταύγουστου στην Αθήνα, ζέστη, υγρασία, κατεβασμένα ρολά, άδεια πόλη. 
Θυμάμαι ένα άλλο δεκαπενταύγουστο, καμιά δεκαριά χρόνια πριν, στο Πήλιο. Μια μεγάλη παρέα. Ανάμεσα τους ο Σάνιας και η Αλίκη Κιρπότιν. 
Κάναμε μπάνιο το πρωί, πίναμε ουζάκια και τραγουδούσαμε, το βράδυ, πηγαίναμε στις Παρακλήσεις της Παναγίας, το απόγευμα. «Ο γλυκασμός των Αγγέλων», λίγο παράδοση, λίγο παιδικές αναμνήσεις, λίγη ή περισσότερη πίστη. Και ο Σάνιας πάντα εκεί, πάντα στο ψαλτήρι. 

Λίμνη Ευβοίας, Ξωκλήσι Χριστός, 
16 Αυγ. 2015 

«Για να μιλήσω για την Αρχιτεκτονική, θα έφερνα δύο παραδείγματα, που μου φαίνονται από τα πλέον αρμόδια, για να δούμε επιτελουμένη στη σύλληψη της, την αρχή ταύτη» γράφει κάπου ο Πικιώνης.

Μακρακώμη. Τα ξύλινα στασίδια 
στον κατάγραφο Άγιο Νικόλαο Πάππα 

«Είναι το στασίδι για το σκοπό που έχει να εξυπηρετήσει – να μπορείς να σταθείς όρθιος, ακουμπώντας τους βραχίονες σου στα χερούλια του, να μισοκαθίσεις ακουμπώντας τα χέρια σου παρακάτω, να καθίσεις τέλος το σκεύος τούτο δεν θα εξασκούσε η κοινή λογική να το συλλάβει. Και μ΄ αυτό δεν θέλω να πω πως δεν είναι έργο λόγου. Αλλ΄ ότι ο λόγος αυτός έχει κάτι το υπερβατικό, κάτι περισσότερο από την επίλυση ενός προβλήματος, μια ιδιαίτερη αδιόρατη πνευματική χάρη, έναν έρωτα που είναι προνόμιο της Ανατολής. Και δεν επέμενα σ΄ αυτό το ασήμαντο παρά για να δείξω πως το πνεύμα τούτο κυκλοφορεί σ΄ όλα τα θέματα της τέχνης της Ανατολικής Χριστιανοσύνης»
Για τους ανθρώπους της Δύσης η λογική θεωρείται πολύ ανώτερη από τη διαίσθηση, η γνώση από το συναίσθημα, η επιστήμη από την πίστη. Η ανατολή έχει φαντασία, νηφαλιότητα. 

Ατέλειωτες συζητήσεις με το Σάνια, το Σάνια τον μηχανικό, αναστηλωτή, το Σάνια τον Ρώσο, τον Σάνια, τον Έλληνα, τον Σάνια τον πιστό, τον Σάνια τον ορθόδοξο, το Σάνια που κοιτούσε άφοβα το θάνατο, με γαλήνη, πίστη και χαμόγελο, που τον περίμενε. Κουβέντες για τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, τον Παπαδιαμάντη, τον Κόντογλου. Κουβέντες για τα διατηρητέα, για τις αποκαταστάσεις τις τσμεντοενέσεις, τα πλέγματα, κουβέντες για την πίστη, την ορθοδοξία, την αγάπη, την ελευθερία. 

Έχει περάσει κι όλας ένας χρόνος και, που ο Σάνιας έφυγε για το μεγάλο ταξίδι με προορισμό τον Παράδεισο. 

«Μερικές φορές» γράφει ο Yalom «θεωρείται ότι η πανταχού παρούσα θρησκευτική πίστη συνιστά επιβεβαίωση ή επικύρωση μιας πανταχού παρούσης θεότητος». Όπως πολλοί άλλοι, ο Yalom υιοθετεί την άποψη ότι στη διάρκεια της ιστορίας κάθε άνθρωπος σε κάθε πολιτισμό όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις έσχατες έννοιες, αναγκάζεται να ανακαλύψει τη θρησκεία για να καθησυχάσει το άγχος της ύπαρξης. 
Κρίμα που ο Yalom δεν είναι «ανατολίτης». 

Ο Σάνιας υιοθετούσε την πρώτη άποψη και έτσι ξεκίνησε με χαμόγελο και αισιοδοξία το ταξίδι του. 

Όπου και να σαι Σάνια, Καλή αντάμωση. 

Μάρω 




Tuesday, August 11, 2015

ΠΕΝΤΕ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΜΗΝΑ


της Μάρως Καρδαμίτση Αδάμη

η Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη 

Πριν από 50 χρόνια (τρομάζω και μόνο που το σκέφτομαι - μισός αιώνας, Θεέ μου) όταν μπήκα στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Ε.Μ.Π., τα ελληνόγλωσσα αρχιτεκτονικά βιβλία δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τα 30, άντε 40. Το «Αθηναϊκαί Μελέται» και τα «Πρώτα Σχέδια των Αθηνών» του Κώστα Μπίρη, 


ο Κώστας Μπίρης 


Η πολεοδομική πρόταση των Κλεάνθη-Scahubert για την πόλη των Αθηνών του 1833 (Πηγή: Κ. Μπίρης, Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, Αθήνα 1966) 

ορισμένοι τίτλοι από τη σειρά των εκδόσεων του Υπουργείου Ανοικοδομήσεως, τα βιβλία του Π. Μιχελή του μεγάλου έλληνα θεωρητικού της αρχιτεκτονικής, τα πρώτα γραπτά του Άρη Κωνσταντινίδη, ενός επίσης εξαιρετικά σημαντικού νεοέλληνα αρχιτέκτονα και κάποια ακόμη περισσότερο εξειδικευμένα, κάποια άρθρα σε περιοδικά τέχνης (Ο Καλλιτέχνης, Νέα Εστία, ο 20ός αιώνας, ο Αιώνας μας, Νέες Μορφές…) κοινωνικοπολιτικά (ο Ανταίος) τεχνικά (Αρχιμήδης, Έργα, Τεχνικά Χρονικά, ο Τεχνικός, Χωροταξία – Πολεοδομία – Αρχιτεκτονική, και από τη δεκαετία του 50 η Αρχιτεκτονική). Σημαντικά επίσης άρθρα δημοσιεύονται κατά διαστήματα στον ημερήσιο τύπο, γραμμένα είτε από αρχιτέκτονες είτε από αισθητικούς της τέχνης, είτε από τεχνοκριτικούς. Μία ειδική κατηγορία κειμένων που αναφέρονται στην παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική, μπορούσε να βρει κανείς επίσης σε έργα λαογράφων - ερευνητών όπως της Αγγελικής Χατζημιχάλη, της Αθήνας Ταρσούλη, του Γ. Μέγα και βέβαια του Δημήτρη Πικιώνη, στον διπλό του ρόλο αρχιτέκτονα και μελετητή της παραδοσιακής μας αρχιτεκτονικής και οι δύο μεγάλου σχήματος τόμοι «Αρχοντικά της Καστοριάς» και «Αρχοντικά της Ζαγοράς» δύο μνημειακές εκδόσεις που επιμελήθηκε ομάδα νεαρών αρχιτεκτόνων και σπουδαστών του ΕΜΠ υπό την καθοδήγηση του Δ. Πικιώνη. 

Ήμουνα από τους τυχερούς που μεγαλώνοντας μέσα σε ένα περιβάλλον μηχανικών και αρχιτεκτόνων μπορούσα να έρθω σε επαφή με όλες σχεδόν τις παραπάνω εκδόσεις, καθώς πολλές από αυτές ήταν ήδη τη δεκαετία του 60 σπάνιες και απροσπέλαστες, δυσεύρετες ακόμα και στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Όπως και να ΄χει πάντως η αρχιτεκτονική μου βιβλιοθήκη δεν ξεπερνούσε τα δύο ράφια. 
Σήμερα καταλαμβάνει ένα πολύ σημαντικό χώρο στο επιτοίχο του γραφείου μου και κάθε χρόνο εμπλουτίζεται με νέες εκδόσεις. 
Δεν μου είχε συμβεί όμως ποτέ να παρακολουθήσω μέσα σε ένα μόνο μήνα, τον Μάιο που μόλις μας πέρασε, πέντε βιβλιοπαρουσιάσεις αρχιτεκτονικών βιβλίων και δύο αρχιτεκτονικές διαλέξεις. 
Το γεγονός ότι λίγες μόνο μέρες αργότερα έσπασα το πόδι μου και καθηλώθηκα στο κρεβάτι. μου έδωσε την ευκαιρία να σταθώ λίγο περισσότερο στα πέντε αυτά βιβλία και ξεφεύγοντας λίγο από τα καθημερινά πολιτικά δελτία ειδήσεων και την κρίση να αποπειραθώ να σας τα παρουσιάσω. Κάτι ανάμεσα σε βιβλιοπαρουσίαση και κριτική. 
Η σειρά που θα ακολουθήσω θα είναι η σειρά που παρουσιάστηκαν επίσημα στο κοινό και όχι μια κάποια σειρά αξιολόγησης. 



Μάνου Μπίρη «Κώστας Η. Μπίρης. 
Βίος αφιερωμένος στην πόλη των Αθηνών 
εκδοτικός οίκος Μέλισσα 2015».



Όσοι γνωρίζουν από κοντά τον ομότιμο καθηγητή της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π. Μάνο Μπίρη θα ξέρουν ότι πολλά χρόνια τώρα, ο Μάνος είχε πάντα ως στόχο του να συγγράψει τη βιογραφία του θείου του (αδελφού του πατέρα του Γιώργου) Κώστα Μπίρη. 
Το θεωρούσε οφειλή και χρέος του, καθώς ο Κώστας Μπίρης συνέβαλλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και θα έλεγα και της σταδιοδρομίας του ίδιου. 
Έχοντας στα χέρια του το προσωπικό αρχείο του Κ. Μπίρη, καθώς και τα δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κατάλοιπα του, αφιέρωσε αρκετό χρόνο, αρκετά χρόνια σωστότερα, στην καταγραφή του, στην θεματική του ταξινόμηση, στην αυστηρή επιλογή του. 
Γεννημένος στο γύρισμα του αιώνα, το1899 ο Κώστας Μπίρης ανήκει στους πρώτους εκείνους σπουδαστές που στελέχωσαν τη νεοσύστατη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π. Τους γνωστούς ως «Δώδεκα Αποστόλους». 
Πριν τελειώσει ακόμα τις σπουδές του ακολουθεί τον καθηγητή του Έρνεστ Έμπράρ, τον γνωστό γάλλο αρχιτέκτονα και πολεοδόμο, (καθηγητή στην έδρα της Κτιριολογίας και βασικό οργανωτή της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π.), της Θεσσαλονίκης, όπου ο τελευταίος συμμετείχε στην επιτροπή πολεοδομικής ανασυγκρότησης της πόλης, το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού κέντρου της οποίας είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά του 1917. 
Στη Θεσσαλονίκη ο Κώστας Μπίρης παίρνει τα πρώτα του έμπρακτα μαθήματα πολεοδομίας. Ας σημειώσουμε ότι τα πρώτα εκείνα χρόνια της λειτουργίας της Σχολής Αρχιτεκτόνων, η πολεοδομία δεν συμπεριλαμβανόταν στην διδακτέα ύλη. Η έδρα της πολεοδομίας ιδρύθηκε το 1940-41. 
Δίπλα στον Έμπράρ, τον ανθρώπου που επηρέασε το νεαρό Μπίρη βαθύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην διάπλαση της επιστημονικής του προσωπικότητας, όπως ο ίδιος παραδέχεται, μαθαίνει πολεοδομία. 
Και είναι αυτός που τον παίρνει και πάλι κοντά του στα σχεδιαστήρια του νεοσύστατου Υπουργείο Συγκοινωνίας, απ' όπου απεσπάσθη στη συνέχεια το Υπουργείο Πολεοδομίας και Δημοσίων Έργων (στη συνέχεια απέκτησε πλήθος διαφορετικών ονομάτων μέχρι τις μέρες μας). 
Η προϋπηρεσία του αυτή συνετέλεσε στο να διοριστεί ο Μπίρης το 1925 στην Υπηρεσία Σχεδίου Πόλεως του Δήμου Αθηναίων, όπου παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1965. 
Αυτό το κομμάτι της σταδιοδρομίας του που έχει άμεση σχέση με την πολεοδομία είναι αυτό που θέλησε να μας γνωρίσει σε βάθος ο Μάνος Μπίρης. 



Όχι γιατί αυτό είναι περισσότερο σημαντικό από αυτό του ιστορικού της αρχιτεκτονικής και κυρίως του ιστορικού της αρχιτεκτονικής της Αθήνας αλλά γιατί οι σχετικές με αυτά εκδόσεις, είναι γνωστές σε όλους. 
Tο έργο του «Αι Αθήναι από του 19ου έως τον 20ο αιώνα» 1966, αποτελεί αναμφισβήτητα τη βάση όλων των νεότερων ερευνητών, αρχιτεκτόνων, ιστορικών, αθηναιογράφων και δημοσιογράφων που ασχολούνται με την πρωτεύουσα. 
Όπως είναι βέβαια φυσικό από το 1966 μέχρι σήμερα έχουν περάσει ήδη 50 σχεδόν χρόνια. Νέα στοιχεία έχουν έρθει στο φως, νέα αρχεία έχουν γίνει προσιτά στους ερευνητές. Τα νέα δεδομένα έρχονται να συμπληρώσουν τα στοιχεία του Κ. Μπίρη και κάποτε να τα διορθώσουν. Αυτό όμως προφανώς δεν μειώνει την αξία του έργου. Αντίθετα την επιβεβαιώνει καθώς αυτή αποτελεί το «πας …» του Αρχιμήδη. 
Τα πολεοδομικά όμως τεκμήρια που παραθέτει ο Μάνος Μπίρης αποτελούν για πολλούς ένα άγνωστο κεφάλαιο του έργου του. 

Αυστηρά, μεθοδικά, τεκμηριωμένα διατυπώνει τις απόψεις του χωρίς να χαρίζεται σε κανένα και σε τίποτα και με την ίδια ακριβώς αμεροληψία διδάσκει, ενημερώνει και καθοδηγεί τους νεότερους συνεργάτες και φίλους στο Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου, έτσι που το έργο τους, ναπαρουσιάζει κοινή άποψη και γραμμή, όχι όμως κατ' ανάγκη και ομοιομορφία. 

Η αναπηρία του (το 1931 προσεβλήθη από Δάγγειο και παρέλυσε στα κάτω άκρα) δεν τον εμπόδισε να εργάζεται με πάθος σε όλη του τη ζωή, ώρες ολόκληρες. Ίσως μάλιστα να του έδωσε μεγαλύτερη δύναμη. 

Το βιβλίο του Μάνου Μπίρη δεν είναι μία απλή βιογραφία του Κώστα Μπίρη. Κρατώντας τη ζωή και το έργο του θείου ως σκελετό, μας ταξιδεύει στην πολεοδομική ιστορία της πρωτεύουσας από το 1930 μέχρι το 1980, μια περίοδο που σταδιακά η Αθήνα μετατρέπεται σε μεγαλούπολη. Μέσα σε εννέα κεφάλαια αναπτύσσεται η κοινωνική, οικονομική, πολιτική και φυσικά η πολεοδομική και αρχιτεκτονική ιστορία της πόλης. 
Ο αγώνας του Κώστα Μπίρη για αυτά που πιστεύει είναι συνεχής και θα έλεγα ανελέητος. Η μεγάλη του ικανότητα στο γραπτό λόγο κάνουν τα κείμενα του απολαυστικά. Κάπου στη μέση του βιβλίου, στο πέμπτο κεφάλαιο, γίνεται μνεία και για το λαογραφικό έργο του 
Το βιβλίο Κώστας Μπίρης είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που σίγουρα προσθέτει στην Αθηναϊκή βιβλιογραφία και αξίζει να διαβαστεί (διαβάζετε άλλωστε εύκολα) από όσους ασχολούνται με την Αθήνα και όχι μόνο από τους αρχιτέκτονες. 
ο Μάνος Μπίρης 

Όπως αναφέρει στην εισαγωγή του ο Μάνος Μπίρης η συγγραφή μιας βιογραφίας είναι εκ των πραγμάτων, ένα ευαίσθητο εγχείρημα, πολύ περισσότερο όταν ο συγγραφέας είναι συγγενής με το βιογραφούμενο. 
Κι όσο και αν Μάνος προσπαθεί να είναι αντικειμενικός και αμερόληπτος δεν το καταφέρνει απόλυτα. Και πώς άλλωστε αφού πολλά από τα πιστεύω του έχουν εμποτιστεί στα πιστεύω του θείου και δασκάλου του. 

Περισσότερο μειλίχιος από τον Κώστα Μπίρη εξίσου υπομονετικός και ακέραιος, λιγότερο μαχητικός, απόλυτος και ειρωνικός ο Μάνος Μπίρης μας έδωσε μία μοναδική βιογραφία που χαρακτηρίζεται από αρχές, ήθος, θαυμασμό, σεβασμό και πολύ αγάπη. 

Το δεύτερο βιβλίο 


«Κωνσταντίνος Δοξιάδης (1913-1975). Αναφορά στον Ιππόδαμο» του επίσης ομότιμου Καθηγητή του Ε.Μ.Π. Δημήτρη Φιλιππίδη


παρουσιάστηκε την ίδια μέρα με την μονογραφία για τον Κώστα Μπίρη. Τον υπότιτλο «Αναφορά στον Ιππόδαμο» τον είχε προτείνει ο ίδιος ο Δοξιάδης το 1965 παραφράζοντας το «Αναφορά στον Γκρέκο» του Νίκου Καζαντζάκη. Άλλη μία κρυφή επιθυμία του συγγραφέα που εδώ και χρόνια είχε αρχίσει την έρευνα, με προσωπικές συνεντεύξεις - συζητήσεις με παλιούς συνεργάτες του Δοξιάδη, με κάποιους από τους στενούς συγγενείς του και εξαντλητική έρευνα στο αρχείο Δοξιάδη που φιλοξενείται στο μουσείο Μπενάκη. Ο ίδιος άλλωστε ο συγγραφέας είχε εργαστεί στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του στο φυτώριο του Ιδρύματος Δοξιάδη. 


Θα έλεγε κανείς ότι ένα ακόμα βιβλίο για τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη μετά τους δύο πολυσέλιδους τόμους «Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης και το έργο του» ΤΕΕ και «Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης Κείμενα – Σχέδια – Οικισμοί» Επιμ. Α.Α. Κύρτσης ΙΚΑΡΟΣ που εκδόθηκαν αντίστοιχα το 2009 και το 2006 δεν θα ηταν απαραίτητο.



Το βιβλίο όμως του Δημήτρη Φιλιππίδη αν και φυσικά αναφέρεται σε θέματα που περιλαμβάνονται και στα άλλα δύο που προηγήθηκαν, είναι διαφορετικό. 



Όπως πολύ καλά γνωρίζει να το κάνει ο συγγραφέας, διεισδύει στο μέτρο που του είναι δυνατό στην προσωπικότητα του Δοξιάδη και θα τολμούσα να πω ότι κάποιες στιγμές αγγίζει το ψυχογράφημα. 

Άλλωστε η περίπτωση Δοξιάδη προσφέρεται για κάτι παρόμοιο «Μέσα στο μυαλό του Δοξιάδη» γράφει ο Δημήτρς Φιλιππίδης «εδραιώνεται η πεποίθησή ότι τα δύο αυτά εργαλεία, ο αριθμός και η λέξη, με κατάλληλο χειρισμό είναι ικανά να ερμηνεύσουν τον κόσμο με ικανοποιητικά αποτελέσματα». 
Η γλώσσα, η ελληνική γλώσσα, ο τρόπος έκφρασης απασχολεί ιδιαίτερα τον Δοξιάδη. Πλάθει όρους - λέξεις για να μπορέσει να εκφράσει και να εξηγήσει τις ιδέες του. 
«Χαίρεται κανείς τους ειδικούς ελληνόριζους όρους σας που έχουν ακρίβεια, γλωσσική αισθητική και φυσικά ελληνοπρέπεια» σχολιάζει ο Δ.Σ. Λουκάτος. 
Συζητά με τον Ευάγγελο Παπανούτσο κατά πόσο μπορεί ή πρέπει να ονομάζουμε εντοπίες τις πόλεις τις οποίες επιθυμεί να κτίσει και πρέπει να χτίσει. Παράγει έτσι την ορολογία, ουτοπία, παραουτοπία ή υπερτοπία για εκείνες τις ουτοπίες που βασίζονται σε μη δυνατά δεδομένα και τέλος εντοπία για εκείνη την πόλη που είναι ιδεώδης και στην οποία μπορούμε να τείνουμε και πρέπει να γίνει. 



Το κείμενο του Δ. Φιλιππίδη διαιρείται σε έξι κεφάλαια. Α. Το πρόσωπο Β. Γλωσσικοί και Αρχιτεκτονικοί Κώδικες Γ. Σύμβολα της Παγκόσμιας τάξης Δ. Η Στρατηγική της Επιστήμης Ε. Η Μεγάλη Κλίμακα ΣΤ. Για την Αρχιτεκτονική. Έξι μεστά σε νοήματα κεφάλαια που από μέσα τους ξεπροβάλλει η πολυσήμαντη προσωπικότητα του Δοξιάδη, τόσο δυσανάγνωστη, τόσο δυσπρόσιτη, τόσο μοναδική. Σκέπτεται και γράφει. Γράφει και σχεδιάζει. Σχεδιάζει και σκέφτεται. Ένα πολυδαίδαλο μυαλό που δεν σταματά ποτέ να έρευνα. 
Δεν έγινε εύκολα κατανοητός στην εποχή του, ίσως γιατί όπως λέει ο Φιλιππίδης από τη μια ένα κοινό τον θαυμάζει χωρίς όρια αλλά από την άλλη δυσκολεύεται να πεισθεί καθώς εισπράττει το τυπικό δοξιαδικό, μείγμα από ακραίες θέσεις μελλοντολογίας και ρεαλισμού. 

Πρωτοπόρος, προφήτης, ουτοπιστής, ρεαλιστής. Τι ακριβώς ήταν ο Δοξιάδης; Ο Φιλιππίδης ανακατεύει χαρτιά και τεκμήρια, προσωπικές μνήμες και αναμνήσεις και προσπαθεί να ενώσει τα κομμάτια του πάζλ της προσωπικότητάς του. 
Για αρκετά χρόνια το έργο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη έμοιαζε να έχει μπει στο περιθώριο, στη χειμερία νάρκη. Είναι άραγε τυχαίο που σήμερα 40 χρόνια μετά τον θάνατό του, ξύπνησε το ενδιαφέρον των αρχιτεκτόνων, των πολεοδόμων, των ιστορικών, των κοινωνιολόγων γι αυτό; 
Οι σημερινές συνθήκες ζωής, οικονομικές και πολιτικές, οι τραγικές καταστάσεις που υφίστανται οι πρόσφυγες στις χώρες που δούλεψε με τους συνεργάτες του για να δημιουργήσει οικιστικά πρότυπα πραγματοποιήσιμα λαμβάνοντας πάντα υπόψη του την ποιότητα και την αισθητική φέρνουν και πάλι το έργο του σε επικαιρότητα. 
Ήρθε η ώρα να γνωρίσουμε καλύτερα τον Δοξιάδη «να γίνει γνωστό και υπαρκτό πρόσωπο τουλάχιστον για τα νέα παιδιά» θα πει το 2007 ο στενός του συνεργάτης Παναγής Ψωμόπουλος. Και άθελα του ίσως άφησε να φανεί ότι ο Δοξιάδης, έχει γίνει πια μύθος. Είναι ο ταξιδευτής αρχιμάστορας από το παρελθόν, που γυρίζει τον κόσμο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως ο ίδιος είπε. 

Το βιβλίο του Δ. Φιλιππίδη είναι ένα δύσκολο αφήγημα, που αξίζει όμως να διαβαστεί από όσους ψάχνουν να βρουν μέσα από τον μύθο τον άνθρωπο και μέσα από τον άνθρωπο το μύθο. 


Βιβλίο τρίτο

Το «Σύνταγμα» της Αθήνας Σήμα Αρχής 
του Αλέξανδρου Παπαγεωργίου - Βενετά 
Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος - Σχήμα 


Ο Καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου - Βενετάς είναι γνωστός για τις μελέτες του (αυτοτελείς μονογραφίες ή άρθρα και ανακοινώσεις) που αφορούν την γέννηση της Αθηνάς - πρωτεύουσας και γενικότερα την ιστοριογραφία της πόλης κατά τον 19ο αιώνα. 

Από την πλούσια εργογραφία του (30 μονογραφίες και πάνω από 100 άρθρα) που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου του η πλειοψηφία αφορά την Αθήνα. 




Όποιος ερευνά και δουλεύει συστηματικά όπως ο συγγραφέας πάνω σε ένα θέμα, γνωρίζει πολύ καλά πως αυτό του γίνεται εμμονή, πάθος, πως τον απασχολεί μέρα και νύχτα. Και κάθε φορά νέες ιδέες έρχονται στο μυαλό του, παλιές γνώσεις του γεννούν νέους προβληματισμούς και σκέψεις που δεν μπόρεσαν να χωρέσουν στα προηγούμενα γραπτά του, αλλά, που αξίζει να δουν το φως της δημοσιότητας και να συζητηθούν. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το «Σύνταγμα» του Αλέξανδρου Παπαγεωργίου – Βενετά. Όπως ο ίδιος αναφέρει στην αρχή του έργου του «Το κείμενο που ακολουθεί είναι το απαύγασμα ενός πολύχρονου εσωτερικού διαλόγου που περιστρέφεται γύρω από το «Σύνταγμα» της Αθήνας, το επίκεντρο της πατρώας πόλεως. Απορίες, ερωτήματα, διερευνήσεις, απόπειρες απαντήσεων, έλεγχος, διορθώσεις, οδηγούν τέλος στην αποκρυστάλλωση απόψεων, ενδόμυχων πεποιθήσεων με ένα λόγο μιας γνώμης που καταγράφεται εδώ». 

Σε ποιόν λοιπόν απευθύνεται αυτό το βιβλίο; Μα σε όλους. Σ' αυτούς που δεν έχουν διαβάσει τα άλλα βιβλία του Παπαγεωργίου δίνει μία σειρά από πληροφορίες που σίγουρα πρέπει ως Αθηναίοι να γνωρίζουν, ιδιαίτερα αν πρόκειται να κατέβουν με πανό, στην πλατεία. Στους άλλους που τα έχουν διαβάσει και που ερευνούν με το ίδιο ή παρεμφερές πάθος την αθηναϊκή ιστορία της πολεοδομίας και αρχιτεκτονικής ανοίγει δρόμο για συζήτηση, διάλογο, συμφωνία και αντίλογο. 

Και θα πρότεινα στον καλό φίλο Αλέξανδρο Παπαγεωργίου - Βενετά να την οργανώσει, έτσι που αυτός ξέρει να οργανώνει. Και ποιος ξέρει μπορεί να προκύψει ένα ακόμη βιβλίο. 

Τα δύο επόμενα βιβλία, το «Αρχιτεκτονική - Μία ιστορική θεώρηση» του Παύλου Λέφα από τις εκδόσεις Πλέθρον και το «Σκέψεις για την Αρχιτεκτονική Σύνθεση» του Τάση Παπαϊωάννου, εκδόσεις Ίνδικτος Καθηγητή στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνικής Σχολής στην Πάτρα και Καθηγητή στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Ε.Μ.Π. αντίστοιχα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκουν στην κατηγορία των εγχειριδίων. 

Το πρώτο βιβλίο


«Αρχιτεκτονική - Μία ιστορική θεώρηση» 
του Παύλου Λέφα από τις εκδόσεις Πλέθρον


σύμφωνα με τον συγγραφέα «μιλάει για την αρχιτεκτονική, για τις επιδιώξεις, τα επιτεύγματα των ανθρώπων της και για την υποδοχή, του έργου τους. Το κάνει ανατρέχοντας στην ιστορία». 

Εν τούτοις το εγχειρίδιο, δεν είναι μία απλή ιστορία της αρχιτεκτονικής καθώς ο συγγραφέας δεν επιχειρεί μία ιστορική χρονολογική αναδρομή, αλλά προσπαθεί να συνδυάσει παρελθόν, παρόν και επομένως και το μέλλον με βασικές αρχιτεκτονικές έννοιες όπως τα αρχέτυπα τον τόπο, την φύση και το περιβάλλον, το σχήμα, το υλικό, την κλίμακα, τα πραγματικά και τα διανοητικά όρια, το ιδιωτικό και το δημόσιο, την ύλη και την τεχνολογία, την έμφυτη ικανότητα του αναγνωρίζειν, του προσλαμβάνειν το πρόβλημα (ίσως είναι σωστότερος όρος το ζητούμενο, και να συλλαμβάνει τον τρόπο λύσης ή αντιμετώπισης του κ.λπ. σε σχέση με όσα γνωρίζει, πιστεύει ή ακόμα και οραματίζεται. 

Τα παραδείγματα του τα αντλεί από απλά έργα και σκορπισμένα σ' ολόκληρο τον πλανήτη δίνοντας θα 'λεγα μεγαλύτερη έμφαση σε πολιτισμούς του παρελθόντος, παρά σ΄ αυτούς τους σήμερα, σε μνημεία της Αιγύπτου, του Ιράκ, της Μεσοποταμίας, των Ινδιών, της Κίνας, της Ιαπωνίας, του Μεξικού κ.λπ. παρά στη δυτική αρχιτεκτονική, χωρίς φυσικά να αγνοεί την αρχαία Ελλάδα, την Ρώμη, τον ευρωπαϊκό μεσαίωνα ή την σύγχρονη τεχνολογία. 
Στόχος του όπως λέει ο ίδιος «να καταδείξει ότι το παρελθόν είναι πάντα πολύ κοντινό» καθώς το ανθρώπινο, η φύση και τα αρχέτυπα ενέχουν ως έννοιες τη διαχρονικότητα. 

«Το βιβλίο αυτό» καταλήγει στην εισαγωγή του «γράφτηκε με την ελπίδα ότι θα ταρακουνήσει τον αναγνώστη να αναζητήσει άλλες απόψεις και να συμπληρώσει τις γνώσεις του ανατρέχοντας σε άλλα βιβλία και σε άλλες πηγές». Και είναι πράγματι κρίμα που η σχετική βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του καθενός από τα εικοσιτέσσερα κεφάλαια του εγχειριδίου και που συγγραφέας αναφέρει ότι είναι εκείνα που επηρέασαν άμεσα την οπτική του, δεν περιλαμβάνει παρά πέντε ελληνόφωνα κείμενα, τρία αρχεία του Πλάτωνα, του Πλούταρχου και του Θουκυδίδη, ένα του Προκόπιου και ένα μόνο σύγχρονο, 


το «Ο νεοελληνικός λόγος για την αρχιτεκτονική και την πόλη» του Φίλιππου Ωραιοπούλου καθώς και τέσσερα ξένα σε ελληνική μετάφραση. Όλη η υπόλοιπη πλούσια ομολογουμένως βιβλιογραφία είναι ξενόγλωσση, αγγλική, γερμανική και γαλλική κυρίως που αν και μαρτυρά την πολυμάθεια του συγγραφέα δεν νομίζω ότι είναι εύκολα προσπελάσιμη σε όλους τους αναγνώστες του και κυρίως σε όλους τους σπουδαστές του. Είναι κρίμα επίσης ότι δεν προτείνονται και κάποια ακόμα ευπρόσιτα κείμενα γνωστών ελλήνων συγγραφέων όπως του Π. Μιχελή, του Κ. Τσάτσου, του Π. Κανελλοπούλου, του Ε. Παπανούτσου, του Δ. Πικιώνη και αρκετών άλλων της γενιάς του ΄30, για να μην αναφερθώ στους νεώτερους ιστορικούς, θεωρητικούς αρχιτέκτονες και φιλοσόφους που δρουν και γράφουν σήμερα στη χώρα. 
Αλλά φυσικά το ποιοί και πώς επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την οπτική και την προσωπικότητα του καθενός μας, είναι θέμα καθαρά προσωπικό και ίσως η παρατήρηση μου να είναι εντελώς άστοχη και οπωσδήποτε δεν μειώνει την αξία και την ποιότητα του βιβλίου. 

Το δεύτερο τέλος βιβλίο – εγχειρίδιο, είναι το βιβλίο του 


Τάση Παπαϊωάννου «Σκέψεις για την Αρχιτεκτονική Σύνθεση»


Δάσκαλος για 33 περίπου χρόνια στο μάθημα των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Ε.Μ.Π., ο Τάσης Παπαϊωάννου ένιωσε σε μια εποχή κρίσης, να καταθέσει τις σκέψεις του για το μάθημα που διδάσκει, αλλά και για τη διαδικασία παραγωγής του αρχιτεκτονικού έργου, από την στιγμή που σαν σπέρμα γονιμοποιείτε στο μυαλό του αρχιτέκτονα, και σταδιακά μεγαλώνει έχοντας αποτυπωμένο στο DNA του εικόνες, σχέδια, μορφές, ιδέες που περιμένει υπομονετικά να γεννηθεί, να υλοποιηθεί, να ολοκληρωθεί, να ζήσει. 
Για όσους δεν γνωρίζουν, το μάθημα των Συνδέσεων διδάσκεται γύρω από ένα σπουδαστήριο όπου ο δάσκαλος καθοδηγεί άλλοτε με το λόγο και άλλοτε με το χαρτί και το μολύβι, συζητά κουβεντιάζει, συνδιαλέγεται επί ίσοις όροις με τους σπουδαστές - συνεργάτες του. 
Δεν είναι πολύ συχνό να παρέχεται στους σπουδαστές ένα βοηθητικό εγχειρίδιο (πέρα από τα καθαρά γνωσιολογικά σε σχέση με τα μεταλλικά στοιχεία, τις απαραίτητες οικοδομικές γνώσεις κ.λπ.) γι' αυτό το λόγο άλλωστε οι καθηγητές των συνθέσεων όπως και οι γλύπτες και ζωγράφοι δεν είναι υποχρεωμένοι να εκπονήσουν διδακτορική διατριβή. 
Και ακριβώς για το λόγο αυτό και πάλι το εγχειρίδιο του Τάση Παπαϊωάννου είναι πολύ σημαντικό. 

Είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον Τάση Παπαϊωάννου από το 1982 που εντάχτηκε στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής Αρχιτεκτόνων, μέχρι πριν λίγα χρόνια που συνταξιοδοτήθηκα. Παρακολουθούσα την διαδοχική ωρίμανση του, τη μετατροπή του από νεαρό σε ευσυνείδητο επαγγελματία, ταλαντούχο αρχιτέκτονα, προικισμένο δάσκαλο. Η αγάπη, ο σεβασμός και η προτίμηση των σπουδαστών το αποδεικνύει. 
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που τον έκανε να καταθέσει ανοιχτά τις σκέψεις του, τις προσωπικές του εμπειρίες, τα πιστεύω του, τις αμφιβολίες του. Το ότι το κάνει όμως τώρα είναι σημαντικό, γιατί τώρα είναι η στιγμή που το πλήθος των εισαχθέντων σπουδαστών αυξάνει μέρα με τη μέρα και η δυνατότητα του να συζητάς μαζί τους έχει αναγκαστικά μειωθεί και αλλοιωθεί. 



Το εγχειρίδιο του Τάση Παπαϊωάννου, μπορεί να βοηθήσει τους σπουδαστές της αρχιτεκτονικής δείχνοντάς τους ένα προσωπικό τρόπο προσέγγισης της σύνθεσης, σίγουρο και δοκιμασμένο δίνοντάς τους την ευκαιρία να προσθέσουν και να αφαιρέσουν κάθε φορά το δικό τους προσωπικό στοιχείο. Η βιβλιογραφία που παρατίθεται, μαρτυρά όπως άλλωστε και αυτή του Παύλου Λέφα τον πλούτο, των ενδιαφερόντων ενός αρχιτέκτονα, είτε αυτός είναι θεωρητικός της αρχιτεκτονικής είτε δρών συνθέτης. Μονάχα που στην περίπτωση του Τάση Παπαϊωάννου είναι βασικά στην ελληνική γλώσσα, πρωτότυπα κείμενα ή σε μετάφραση και ελάχιστα ξενόγλωσσα και επομένως εύκολα προσπελάσιμα. Κείμενα λογοτεχνικά (πεζός λόγος, ποίηση, δοκίμια) ιστορικά, φιλοσοφικά, για την τέχνη, κοινωνιολογικά και φυσικά πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά. Είναι ελάχιστες ίσως οι πανεπιστημιακές σχολές που δίνουν στους σπουδαστές τους ένα τόσο μεγάλο φάσμα γνώσεων. 

Έντεκα αφορμές για σκέψη, συζήτηση, αμφισβήτηση και αντίλογο, πρόλογο, επίλογο και παράρτημα. Ένα παράρτημα που αποδεικνύει στην πράξη τα όσα ανέφερα παραπάνω καθώς παρουσιάζει σπουδαστικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο κατ' επιλογήν μαθήματα του 8ου εξαμήνου στο Ε.Μ.Π. με θέματα «Η διευθέτηση του αρχιτεκτονικού χώρου μέσω του μοντέλου εργασίας». «Ο κύβος και τα κείμενα» και την «Αναπαράσταση ενός κτιρίου ή τμήματος μιας πόλης όπως αυτά παρουσιάζονται στο βιβλίο του Italo Calvino «Οι αόρατες πόλεις»». 




Θα ήταν πιστεύω εξαιρετικά χρήσιμο να διαβάσουν αυτό το εγχειρίδιο όσα παιδιά θέλουν να δώσουν εξετάσεις στην Αρχιτεκτονική ώστε να γνωρίσουν τι περίπου πρόκειται να αντιμετωπίσουν. 

Καθώς οι οικοδομικές δραστηριότητες έχουν σημαντικά μειωθεί λόγω της κρίσης και το προσδόκιμο ζωής έχει σημαντικά αυξηθεί οι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι παρόλο ότι συνταξιοδοτούνται στα 67 τους χρόνια (το συνταξιοδοτικό όριο που ζητά τώρα για όλους η Ευρώπη και συγνώμη, αλλά εγώ προσωπικά συμφωνώ μαζί της με εξαίρεση ελάχιστα επαγγέλματα) είναι ακόμη δυναμικοί, ζωηροί, χρήσιμοι και δημιουργικοί, καταφεύγουν συχνά στη συγγραφική δραστηριότητα, είτε για να εκπληρώσουν μια επιθυμία που δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν κάτω από την πίεση των καθημερινών τους καθηκόντων (παράδειγμα ο Μάνος Μπίρης και ο Δημήτρης Φιλιπίδης) είτε για να καταγράψουν σκέψεις και εμπειρίες από την διδασκαλική τους δράση. Στον αρχιτεκτονικό κόσμο έχουμε παρόμοια παραδείγματα όπως το βιβλίο 



«Διαδρομή Αυτογνωσίας. Τα χρόνια της Παιδείας» Νησίδες 2006, του Νίκου Μουτσόπουλου, 


το «Γράμματα σ' ένα νέο αρχιτέκτονα» Libro 2007 του Αλέκου Τομπάζη και πρόσφατα λίγους μήνες πριν το «Αχαρτογράφητα Ρεύματα» των Τάσου Μπίρη και Στέλιου Γιαμαρέλου.



Κάποιες φορές οι αλήθειες του ενός συγκρούονται με τις αλήθειες του άλλου, αλλά έτσι γράφεται πάντα η ιστορία. Πάντοτε είναι υποκειμενική και όσον και αν προσπαθήσουμε ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα αντικειμενική. Και βέβαια η αρχιτεκτονική και τα σχετικά με αυτήν συγγράμματα δεν αποτελεί εξαίρεση. 

Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη 
Μάιος 2015



Περισσότερα για τα Βιβλία «Κωνσταντίνος Δοξιάδης (1913-1975)- Αναφορά στον Ιππόδαμο»  και Μάνου Μπίρη «Κώστας Η. Μπίρης. Βίος αφιερωμένος στην πόλη των Αθηνών εκδοτικός οίκος Μέλισσα 2015», κάντε ΚΛΙΚ εδώ


Διαβάστε επίσης και το σχόλιο του Δημήτρη Φιλιππίδη για το βιβλίο του Τάση Παπαϊωάννου κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ


Η Μάρω Καρδαμίτση - Αδάμη, αρχιτέκτων, ομότιμη καθηγήτρια του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με γνωστικό αντικείμενο "αρχειακή τεκμηρίωση και αρχιτεκτονική σύνθεση", γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Από το 1974 και μέχρι το 2009 δίδαξε στο ΕΜΠ σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο (προστασία μνημείων-συντήρηση και αποκατάσταση μνημείων και συνόλων), καθώς και σε μεταπτυχιακά σεμινάρια άλλων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων σε θέματα σχετικά με την πολιτιστική μας κληρονομιά και την αρχιτεκτονική τεκμηρίωση. Είναι υπεύθυνη των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική και σε θέματα προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Wednesday, July 29, 2015

"ΝΕΚΥΙΑ" ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ


ΘΕΑΤΡΟ ΝΟ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ / ROKURO GENSO UMAWAKA /ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΣ 

παραμείναμε αναπάντεχα σιωπηλοί, με ένα αίσθημα ταπεινότητας και συγκίνησης μπροστά στην μοναδική αυτή διπλή τελετουργία


Δεν πρόλαβα καν να ρυθμίσω την φωτογραφική μου μηχανή και παραβαίνοντας την απαγόρευση της φωτογράφισης, δεν συγκρατήθηκα και τράβηξα στα κρυφά αυτή την μαγική –έστω και θαμπή - εικόνα από την έναρξη της σπάνιας αυτής παράστασης στο θέατρο της Επιδαύρου. 




Μια εικόνα που επαναλήφθηκε στο φινάλε με την αποχώρηση των ηθοποιών και που με τόλμη μέσα στο πυκνό χειροκρότημα, κατάγραψα καλύτερα προετοιμασμένος, αλλά παράλληλα συγκινημένος από την μαγεία που βιώσαμε στον ιερό αυτό χώρο της Επιδαύρου. Ένα Μυστήριο, μια μοναδική τελετουργία που συχνά παρέπεμπε στους ήχους και την ατμόσφαιρα της ορθόδοξης λειτουργίας. Συχνά ένοιωθα ότι το αίσθημα ερχόταν σαν γεννημένο από τα δικά μας και η τονικότητα του Χορού πρόδιδε μια απρόσμενη σχέση με τα τροπάρια των δικών μας ψαλτάδων. Μια παράσταση με μια βαθιά και ειλικρινή πνευματικότητα ίσως μοναδική, στο πλαίσιο των τελευταίων δεκαετιών στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, που αυτή την φορά απέκτησε ξανά την ιεροτητά του. Οι ηθοποιοί δεν τόλμησαν να πατήσουν το δάπεδο της ορχήστρας. Κινήθηκαν πάνω σε ένα υπερυψωμένο απέριττο σκηνικό που συνέβαλε σε αυτή την αίσθηση της ιερότητας.






Προσεγγίζοντας τον χώρο του θεάτρου λίγο πριν την παράσταση είχαμε την ευκαιρία να περιεργαστούμε από κοντά την ισχυρή σκηνική αυτή επέμβαση που υπερυψώνεται και αποκολλάται της σκηνής της Επιδαύρου.







Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, που αποπειράθηκε αυτήν την απρόσμενη θεατρική συνάντηση του Θεάτρου Νο με επικεφαλής τον μεγάλο ηθοποιό και σκηνοθέτη Gensho Umewaka, με το αρχαίο αριστούργημα του δυτικού πολιτισμού: την Οδύσσεια του Ομήρου, επισημαίνει στο σημείωμά του στον κατάλογο: 

...στην Νέκυια, σε μια από τις αρχαιότερες και συναρπαστικότερες στην παγκόσμια λογοτεχνία επισκέψεις του ανθρώπου στον κόσμο των νεκρών, πολύ μακριά 
από του ολοσκότεινους ηθικούς ψυχαναγκασμούς του χριστιανισμού, αποκαλύπτονται, μπροστά στα έκθαμβα μάτια του Οδυσσέα, τα μυστηριώδη τοπία της,
στους σκληρούς λειμώνες της Σιωπής και της Αφαίρεσης, 
ο άνθρωπος βιώνει το τρομαχτικό, οξύ παράδοξο μιας συνομιλίας με τις Σκιές… 
φίλοι –χαμένοι για πάντα-, εχθροί, σύντροφοι ήρωες- πριν την απρόσμενη συνάντηση με την ίδια του τη μητέρα. 
τρεις απόπειρες να την αγκαλιάσει- να αγκαλιάσει το 
Αδύνατο, το Κενό, το Τίποτα 

οι Νεκροί δεν έχουν σώμα... 

Δεν θα προχωρήσω σε σχόλια ως προς την ουσία της ραψωδίας λ της Οδύσσειας και την όποια θεατρική ανάλυση σχετικά με το Θέατρο Νο, εκτιμώντας ότι αυτό αποτελεί αντικείμενο άλλων. Τολμώ απλά να καταγράψω συνοπτικά αυτά που με συγκίνησαν στην βραδυνή παράσταση στις 24 Ιουλίου 2015, σαν ένας απλός θεατής που παρακολουθεί συστηματικά παραστάσεις στην Επίδαυρο από την δεκαετία του ΄70. 

Με συγκίνησε λοιπόν, η αφαίρεση και ο μινιμαλισμός του όλου εγχειρήματος, ο σπαρακτικός διάλογος του Οδυσσέα με την μητέρα του Αντίκλεια στον κόσμο των νεκρών, που του αφηγείται όλα όσα έχουν συμβεί στην Ιθάκη στο μεσοδιάστημα, αλλά και η αγωνία του να πάρει από τον νεκρό επίσης μάντη Τειρεσία τον χρησμό για την συνέχεια και το τέλος του ασυντέλεστου ακόμη νόστου του. 


Με συγκίνησε η συμμετοχή μου σε μια μυσταγωγία όπου οι ηθοποιοί του Θεάτρου Νο ντυμένοι με μεταξωτά φορέματα περπατούν και κινούνται με ένα ξεχωριστό τρόπο πάνω στο στιλβωμένο ξύλο της τυπικής σκηνής, του απέριττου αυτού σκηνικού που έστησε με ευλάβεια η Εύα Μανιδάκη και φώτισε με ευαισθησία και σεμνά ευρήματα αναδεικνύοντας την ατμόσφαιρα μιας μυσταγωγίας, η Ελευθερία Ντεκώ. Σαφή γεωμετρικά φωτεινά περιγράμματα που αναδεικνύουν τις σκιές, φωτεινές χαράξεις στο τοπίο και ανάδειξή του σε όλο του το βάθος όπου αυτό χρειαζόταν. 


Οι ξύλινες ράμπες-γέφυρες ενοποίησαν την ορχήστρα με το προσκήνιο , τη σκηνή και τον πίσω περίβολο, ενεργοποιώντας ένα τεράστιο και ταυτόχρονα απόλυτα οριοθετημένο σκηνικό χώρο. Έγινε ο χώρος των ηθοποιών, χώρος μετεωριζόμενος, εκκρεμής. Ξύλινες υπερυψωμένες «ιερές ζώνες κίνησης» χάρη στις οποίες κανένας ηθοποιός δεν πάτησε το χώμα της Επιδαύρου, σε κανένα σημείο της παράστασης, γράφει ο Γιάννης Λεοντάρης σε σχετικό του κείμενο. 

Σε όλη την διαρκεια της παράστασης με την φωτογραφική μηχανή "παραπόδα" δεν τόλμησα να ταράξω ούτε με ένα κλικ του κλείστρου, την ευλαβική σιωπή του κοινού. Περίμενα υπομονετικά μέχρι το φινάλε και μέσα στους ήχους των χειροκροτημάτων κατέγραψα τον ROKURO GENSO UMAWAKA και όλον τον Θίασο να υποκλίνονται στο κοινό και τον Μιχαήλ Μαρμαρινό να τους απευθύνει χαιρετισμό από το έδαφος της ορχήστρας αποφέυγοντας να ανέβει και να πατήσει την ξύλινη στάθμη της σκηνής των Ιαπώνων. Μια συμβολική χειρονομία που τόνισε τον σεβασμό στον αυστηρό κώδικα και τις αναλλοίωτες συμβάσεις του από τον 14ο αιώνα θεατρικού συνόλου.





Το κοινό πιο σιωπηλό από κάθε άλλη φορά αποχώρησε από το θέατρο σκεπτικό θα έλεγα και πολύ ήρεμα βρεθήκαμε στον γνωστό εστιατόριο του Λεωνίδα στο Λυγουριό για φαγητό, συζητώντας σε ένα κλίμα τελείως διαφορετικό από τα συνηθισμένα, χωρίς πανυγυρισμούς και κοσμικότητες. Κι όταν αργότερα βρεθήκαμε αργά την νύχτα στον πευκόφυτο έρημο χώρο των parking του θεάτρου, περπατήσαμε  μαζί με άλλα ζευγάρια, χαζεύοντας  τους επισκέπτες μέσα στα παρκαρισμένα διάσπαρτα αυτοκίνητα να περιμένουν υπομονετικά το χάραμα.




ξημερώματα Σαββάτου: 

η επίκληση προς τον ήλιο



Και εκεί γύρω στις πεντέμισι λίγο πριν το ξημέρωμα, στίφη επισκεπτών καταφθάνουν με κάθε τρόπο, οι πιο πολύ ξάγρυπνοι, και όλοι μαζί ανεβαίνουμε σιωπηλοί προς το θέατρο. 





Σιωπηλοί κάτσαμε στις κερκίδες, ο ένας δίπλα στον άλλο αποσβολωμένοι από το μεγαλείο των στιγμών που βιώναμε, κάτω από το υπέροχο φως της αυγής και μαγεμένοι περιμέναμε την συνέχεια της βραδυνής τελετουργίας.





Πάνω στο ίδιο σκηνικό και με τον ίδιο ιδιότυπο βηματισμό μουσικοί ηθοποιοί καταφθάνουν στην κεντρική σκήνη μέσω της στενής ξύλινης γέφυρας.


Ο ήχος του φλάουτου που ακούστηκε ήταν το σήμα ότι η παράσταση με «ιερέα» τον δάσκαλο του Νο, Τζένσο Ουμεουάκα, αρχίζει...



Οι μουσικοί παίζουν τέσσερα όργανα, γιαπωνέζικο φλάουτο και τρία διαφορετικά είδη τυμπάνου.





Και οι ηθοποιοί εισέρχονται μεσω του ίδιου διαδρόμου στην κεντρική σκηνή με υπέροχα ολομέταξα, εντυπωσιακά σε σχέδια και χρώματα κοστούμια και καπέλα, ολισθαίνοντας στο λειασμένο δάπεδο της σκηνής.











Η τελετουργία συγκατοικεί και εδώ με τη θρησκευτικότητα αλλά και με την ποίηση και κορυφώνεται με σκηνές μεγάλης έντασης. Η επίκληση στον ήλιο καταλήγει σε ανταλλαγές και ριπές εντυπωσιακών δεσμών που διαχέονται στο χώρο και μας αφήνει εκστακτικούς. Παρά την έλλειψη υποτίτλων μέσα από την κίνηση, την μουσική, την γλώσσα του σώματος αλλά και τις φωνητικές επικλήσεις ο καθένας μας βρέθηκε καθηλωμένος μπροστά σε αυτό το μοναδικό θέαμα σε αυτό τον μοναδικό χώρο.







Φεύγοντας οι ηθοποιοί μας καταβόδωσαν με χαμόγελο, ακριβώς έξω από το θέατρο, πατώντας επίμονα με τα λευκά υφασμάτινα υποδήματα στην λειασμένη εξέδρα του σκηνικού.


Μετά την ελαφρότητα και ενίοτε την χυδαιότητα πολλών παραστάσεων των τελευταίων δεκαετιών στο μοναδικό αυτό θεατρικό χώρο, κάτι παράξενο συνέβη αυτή την φορά. Παραμείναμε αναπάντεχα σιωπηλοί και με ένα αίσθημα ταπεινότητας και συγκίνησης μπροστά στην μοναδική αυτή διπλή τελετουργία που φιλοξένησε φέτος και προς τιμήν του το Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Κάντε ΚΛΙΚ στις εικόνες για μεγένθυση