Tuesday, February 20, 2018




ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΖΗΒΑΣ
«ΔΑΣΚΑΛΕ ΧΑΙΡΕ»

Στην μνήμη του
με μνήμες από το 1975 




επιλογή εικόνας Διονύση Ζήβα από βίντεο στον ιστότοπο Greek  architects, μετά από επεξεργασία



Τον Διονύση Ζήβα τον γνώρισα τον Δεκέμβριο του 1975 πριν 43 χρόνια. Νέος τότε φοιτητής 24 ετών στο τέταρτο έτος στην Αρχιτεκτονική Θεσσαλονίκης τον συνάντησα τότε ως νέο καθηγητή στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσωπικής έρευνας που πραγματοποιούσα αναζητώντας διεξόδους για το μέλλον μου. Με απασχολούσαν τότε, θέματα που αφορούσαν την αρχιτεκτονική παιδεία και πρακτική, καθώς και τον ρόλο του αρχιτέκτονα. Ήταν αμέσως μετά τα χρόνια της δικτατορίας στο πλαίσιο μιας έντονης πολιτικοποίησης και της θεωρητικής  στροφής, με έντονη την πολιτική κατεύθυνση, στο πλαίσιο των σπουδών που ήδη είχε αρχίσει στην αρχιτεκτονική σχολή της Θεσσαλονίκης. 



Ο Διονύσης Ζήβας με υποδέχθηκε με την γνωστή του ευγένεια, έκτακτος τότε καθηγητής των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων (1972) στην Εδρα της Κτιριολογίας και  διευθυντής του Σπουδαστηρίου Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων (1973-1996) έχοντας ήδη ξεκινήσει τη ενασχόλησή του με την Πλάκα. 


επιλογή εικόνας Διονύση Ζήβα από βίντεο 

στον ιστότοπο Greek architects


Τίποτε δεν άλλαξε από τότε. Το χαμόγελό του, το βλέμμα του, η γλώσσα του σώματος και οι εκφραστικές χειρονομίες, όπως τις ξαναβρήκα στο βίντεο από την συνέντευξη που έδωσε το 2014 στον Αριστοτέλη Δημητρακόπουλο και έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο Greek architects. Μη έχοντας φωτογραφικό υλικό από εκείνη την συζήτηση του 1975 δανείζομαι υλικό από την συνέντευξη αυτή που μπορείτε να δείτε στο τέλος της ανάρτησης. 


Αποσπάσματα από αυτή την συζήτησή μας, το 1975, που έχει εγκρίνει και πριν από τέσσερα χρόνια ο Διονύσης Ζήβας, παραθέτω στην συνέχεια, θέλοντας να αναδείξω την πάντοτε νηφάλια ευγενική, συγκρατημένη και ενίοτε συντηρητική προσέγγισή του. Οι προβληματισμοί του από την εποχή που συζητήσαμε εκτιμώ ότι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι επίκαιροι. Επέλεξα αποσπάσματα από την συζήτησή μας που επικεντρώνονται κυρίως στον ρόλο του αρχιτέκτονα, που τόσο με απασχολούσε εκείνη την εποχή και τα παραθέτω  χωρίς τις δικές μου ερωτήσεις χάριν συντομίας

επιλογή εικόνας Διονύση Ζήβα από βίντεο στον ιστότοπο Greek architects

[...] Ο αρχιτέκτονας είναι μέλος μιας κοινωνίας και η κοινωνία αυτή κάθε φορά έχει μερικές όψεις αν θέλετε, στις οποίες ο αρχιτέκτονας, συμμετέχοντας κι αυτός είναι υποταγμένος. Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Δεν είναι περίεργο δηλαδή μέσα από ένα αρχιτεκτονικό έργο να «αναδύονται» πολιτικά νοήματα. Θάταν περίεργο να μη συμβαίνει μάλλον... Τώρα το πιό είναι κάθε φορά αυτό το πολιτικό νόημα  είναι θέμα ερεύνης, πρέπει να ψάξει κανείς για να το βρει.] 


[...] «Όταν η πολιτική εξουσία θέτει  πολλές φορές η ίδια ορισμένους στόχους; Και μέσα σ’αυτούς τους στόχους δεν υποχρεώνει αν θέλετε και τον αρχιτέκτονα να κινηθεί; Λοιπόν ο αρχιτέκτονας με το έργο του τι άλλο θα κάνει παρά θα εκφράσει αυτά τα πράγματα. Πολλές φορές ασυνείδητα. Αλλά θα τα εκφράσει. Για να πούμε πάλι ένα πολύ χοντρό και απλοϊκό παράδειγμα, δεν είναι περίεργο που μιλάμα για Μουσολινική αρχιτεκτονική; Έτσι, δεν είναι; Μήπως κατά σύμπτωση διαπιστώσατε στη διάρκεια των οκτώ χρόνων που περάσανε, αυτού του είδους το ύφος της αρχιτεκτονικής εμφανίστηκε και στην Ελλάδα; 



Εγώ πιστεύω ότι εμφανίστηκε έντονα. Ψάξτε τους τελευταίους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Υπήρχε ένα τέτοιο ύφος και στα πρώτα βραβεία. 

Για να μιλάμε λίγο πιό συγκεκριμένα. Η περίπτωση του δικαστικού μεγάρου είναι χαρακτηριστική. Η περίπτωση του Δημοτικού θεάτρου Αθηνών είναι επίσης χαρακτηριστική. Δεν κατηγορώ κανέναν αυτή τη στιγμή. Απλώς προσπαθώ να βγάλω κάποιο συμπέρασμα. Και αυτό έχει ένα ενδιαφέρον. Το γιατί, πώς διάβολο έγινε και εμφανίστηκε αυτό το πράγμα? Τυχαίο ήτανε; 

Βέβαια αυτό εμφανίστηκε σε μεγάλες μελέτες σχετικά με «κρατικούς φορείς». Κατά τα υπόλοιπα νομίζω πως δεν πήγαμε εκεί. Φυσικά υπήρξε εκείνη η τρομακτική περίπτωση των πολυορόφων σχολείων, η οποία ευτυχώς έπεσε με την αντίδραση των αρχιτεκτόνων, του συλλόγου και άλλων ανθρώπων. Θα ήτανε άλλα ένα δείγμα φοβάμαι. Και μάλιστα τρομακτικό. Ίσως όμως στην υπόλοιπη αρχιτεκτονική αυτό δεν εμφανίστηκε και εδώ ίσως θάπρεπε κανείς να θυμηθεί ότι κάτι ανάλογο  επίσης δεν εμφανίστηκε και στη περίοδο ΄36-40. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στη περίοδο 36-40 εξακολούθησαν να κτίζονται αρχιτεκτονικά έργα, προσαρμοσμένα προς τις αρχές αυτής της λεγόμενης αρχιτεκτονικής και έτσι εμφανίστηκε στην Ελλάδα το φαινόμενο, υπό δικτατορίαν, να χτίζοντια τελείως επάναστατικά ή προοδευτικά κτίρια, όπως τα σχολικά κτίρια που εξακολούθησαν να κτίζονται το 38, το 39 ακόμα. Για να πούμε λίγο πιό απλά, πιό καθαρά στη περίοδο 36-40 δεν εμφανίστηκε φασιστική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Αν εξαιρέσει κανείς λίγο, τίς Τράπεζες που ήταν μονταρισμένες σ’ένα τελείως όψιμο και εκφυλισμένο νεοκλασσικισμό. Να η Τράπεζα της Ελλάδος, το χειρότερο παράδειγμα. Οι τελευταίες αναλαμπές του νεοκλασσικισμού. 



[...] Η αρχιτεκτονική σαν επάγγελμα, ναι είναι επάγγελμα δεν υπάρχει αμφιβολία μόνο που έχει πάρα πολλές κοινωνικές αν θέλετε προεκτάσεις δηλ. έχει ευθύνες. Ο αρχιτέκτονας έχει την εξής ιδιοτυπία, ότι οποιαδήποτε σκέψη του, οποιαδήποτε επιλογή, οποιαδήποτε απόφαση πάρει εκφράζεται τελικά σε κτισμένο πράγμα. Ο φιλόλογος μπορεί να πάρει μιάν απόφαση και να τη γραψει. Τη διαβάζω, συμφωνώ δεν συμφωνώ, ε, ωραία. Τη πετάω, τη δέχομαι, την απορρίπτω. Όταν όμως εσείς πάρετε μιά απόφαση, αυτή θα τη χτίσετε. Άρα θα επιδράσετε επάνω μου θέλοντας και μη θέλοντας. 

Αυτή είναι η κοινωνική επίδραση και η ευθύνη η πολλή μεγάλη ότι εμείς δημιουργούμε τελικά το περιβάλλον στο οποίο θα ζήσουμε και μεις και οι υπόλοιποι άλλοι. «Όχι» ο χώρος δεν εξαρτάται άμεσα από τον αρχιτέκτονα» όχι γιατί δρα μέσα σε ορισμένες δεσμεύσεις. Ότι θέλετε. Και μέσα εκεί...


[...] Αν θέλετε να αποκτήσουν οι αρχιτέκτονες τη συνολική ευθύνη για μένα αυτό είναι μιά ουτοπία. Γιατί αν το δεχτούμε, δεχόμαστε μιά εξαιρετικά επικίνδυνη αρχή: ότι ένας κλάδος, επιστημονικός, μπορεί να καθωρίσει την τύχη όλων των υπολοίπων ανθρώπων. Και προσέξτε γιατί μόλις βγήκαμε από μιά περιπέτεια που κάποιος κλάδος ανθρώπων απεφάσισε πως μπορούσε να ρυθμίσει τη τύχη όλων των υπολοίπων. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το αν μιά δική μας απόφαση θα οδηγούσε σε διαφορετικά αποτελέσματα. Μπορούμε να έχουμε και πρέπει να έχουμε το μέρος της ευθύνης που μας αναλογεί, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε τελικά ότι η ευθύνη είναι της πολιτικής εξουσίας. Όποιος νομίζει ότι πρέπει να πάει λίγο πάρα πάνω, αν επιδιώξει να πάρει ισχύ τέτοιου είδους...δε ξέρω αν είναι σαφές... Διαφορετικά είναι ζήτημα αν θα υπάρξη πολιτική εξουσία η οποία θα απαλλοτριώσει τα δικαιώματά της, που τα παίρνει μέσα από τα δικαιώματα που της δίνει η ψήφος που την ανέδειξε και την έκανε πολιτική εξουσία, υπέρ ημών. Μόνο με την επιστημονική πειθώ, και αφού και ο κόσμος αυτός, ο ίδιος που έδωσε τη ψήφο του εκεί πεισθεί ότι εμείς έχουμε το δίκαιο, και τότε θα κατευθύνει και τη ψήφο του ανάλογα. Από εκεί και πέρα ο καθένας κάνει αυτό που μπορεί, το καλύτερο κάθε στιγμή. Μη γελοιόμαστε. Εγώ δε θα μπορούσα να ζητήσω από τους αρχιτέκτονες να γίνουνε ιερομάρτυρες. Θα ήτανε λίγο δύσκολο. Δεν ξέρω εσείς τι γνώμη έχετε.... 



Είναι επικίνδυνο, εξαιρετικά επικίνδυνο να λέμε, ότι οι «αρχιτέκτονες θα λύσουν το πρόβλημα». Όλα εμείς; Και πόσα ξέρουμε εμείς; Είναι τρομακτικό αυτό να το σκεφτείτε. Και γιατί δεν έχουν οι γιατροί δικαιώματα, ή τρόπους επιβολής αν θέλετε; Σκεφτείτε ο γιατρός που μπορεί να σας κάνει με μιά ένεση ν’αλλάξετε μάτια! Και να σας κάνει να βλέπετε όπως θέλει εκείνος. Για σταθείτε, εδώ σήμερα ξέρουμε ότι υπάρχουν ιατρικές μέθοδοι με τις οποίες γιατρεύεται η σχιζοφρένεια, λοβοτομή. Και εν συνεχεία υπάρχει η άποψη ότι ο εγκληματίας με μιά λοβοτομή μπορεί να θεραπευτεί. Και να μη ξαναγίνει εγκληματίας. Δεν είναι δεκτό αυτό. Δεν είναι δεκτή η επέμβαση στον εγκέφαλο του ανθρώπου, έστω και αν πρόκειται να τον θεραπεύσεται από εγκληματία. Είναι πολύ αμφιλεγόμενο το πρόβλημα. Γιατί σκεφτείτε πώς μπορείτε να χαρακτηριστείτε εγκληματίας και τι είδους λοβοτομή μπορεί να σας γίνει. 



Σκεφτόμουνα ένα καλαμπούρι που λέγαμε με κάτι παιδιά περισυ: ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, εκτός από τους αρχιτέκτονες που είναι λίγο πιο ίσοι από τους άλλους. Αυτό πάνω στην άποψη που μου λέγατε πριν, ότι υπάρχει κάποια άποψη σύμφωνα με την οποία μπορούνε οι αρχιτέκτονες να πάρουνε όλη την ευθύνη για την ζωή των ανθρώπων. Εκεί που σου έλεγα ότι το θεωρώ λίγο όχι λίγο, πολύ επικίνδυνο, σαν αρχή. 



[...] Ο αρχιτέκτονας ωφείλει κάθε φορά να επιλύσει με συγκεκριμένες μεθόδους το πρόβλημα που του τίθεται. Όταν το επιλύσει, σωστά, εξυπηρετώντας το πρόγραμμα για το οποίο καλείται να φτιάξει ένα κέλυφος, όταν αυτό το φτιάξει, το κατασκευάσει σωστά, όταν αυτό χαρακτηρίζεται απ’αυτό που λέμε οικονομία του σχεδίου, έρχεται κάποια στιγμή που θα κριθεί κατά πόσον είναι ωραίο ή όχι. Ωραίο κατά την κοινωνική σύμβαση εκείνης της εποχής. Σύμφωνοι; Δεν ξεκινάει ποτέ να πει ότι εγώ θέλω να φτιάξω ένα ωραίο πράγμα: για ποιόν και για τι; Αν θέλετε ναι, είναι μια θεωρητική θέση. 

[...] Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένα απλώς ωραίο πράγμα με οποιαδήποτε σύμβαση ωραίο, πάλι μέσα σε εισαγωγικά, θ’αρχίσει να φτιάχνεται και δεν θα ξέρουμε τι εξυπηρετεί και γιατί φτιάχνεται; Δεν το πιάνω. 

Δεν είναι πρώτα πρώτα η ανάγκη; Δεν είναι εν συνεχεία η υλοποίηση της ανάγκης διαμέσου ενός υλικού; Άρα η εξυπηρέτηση της ανάγκης μέσα από μιά κατασκευή δεν οδηγεί σε μιά μορφή; Νομίζω πώς αυτό ήτανε και είναι, πάντα πρέπει να είναι αν θέλετε, επειδή μιλήσατε για θεωρητική θέση. 


[...] Κοιτάξτε κ. Τριανταφύλλου αυτά είναι περισσότερο φαινόμενα κοινωνικά παρά αρχιτεκτονικά. Είναι φαινόμενα που προέρχονται από τις κοινωνικές συμβάσεις και έχουνε αντίκτυπους στην αρχιτεκτονική. Ο αρχιτέκτονας δεν μπορεί να ξεχωρίσει από το περιβάλλον του. Μέσα σ’αυτό θα είναι, εκεί θα ζήσει και αυτό θα εκφράσει τελικά στο έργο του. Θα εκφράσει και τις αντιφάσεις που υπάρχουν τελικά στη κοινωνία. Δηλαδή το ότι σήμερα υπάρχει ένα κτίριο στην οδό Σταδίου και Κοραή, το οποίο δεν θέλω να το χαρακτηρίσω, θάλεγα ότι, ...πάντως είναι λίγο ανεξήγητο, προέρχεται από κάποιους ορισμένους λόγους. Πήρε την εντολή ο αρχιτέκτονας και υπάκουσε: να μου κάνεις ένα πράγμα που να κτυπάει, να φαίνεται να σκαμπάζει από μακρυά. 





[...] Κύριε Τριανταφύλλου. Η αρχιτεκτονική έχει μία παράδοση, οι αρχιτέκτονες από την ίδια τους τη φύση μέχρι σήμερα, έχουν λίγο πολύ σχέση με το βεντετισμό. Είναι βεντέτες οι αρχιτέκτονες. Αν δεν ήταν τούτο εδώ ο διάολος που τα γράφει τώρα θα τολμούσα να σας πω ότι είναι πριμαντόνες, οι αρχιτέκτονες. 



Θέλω να πω ότι υπάρχει μια τέτοια κακή κληρονομιά. Αλλα τι να κάνουμε; Ο καθένας τη δουλειά του τη κάνει έτσι όπως νομίζει. Το καθήκον του το εκτελεί έτσι τελικά όπως τα λεει η συνείδησή του. Το αν βγαίνουν από τα Πανεπιστήμια γιατροί για να γιατρεύουνε το κόσμο και τελικά αντί να γιατρεύουνε το κόσμο σας στέλνουνε να κάνετε αναλύσεις που δεν χρειάζονται για να παίρνουνε ποσοστά απ’ το μικροβιολόγο, δεν φταίει η ιατρική, η επιστήμη γιαυτό. Φταίει αυτός που την κάνει την ιατρική. Τελικά αυτός. Μάλιστα «και μόνο»!!! 



Επειδή θέλει ν ’αγοράσει μεγαλύτερο αυτοκίνητο, επειδή θέλει ν ’αποκτήσει κότερο... επειδή δεν έχει τη συνείδηση που πρέπει νάχει έχει. Διαφορετικά δεν θα με έστελνε να κάνω τζάμπα ανάλυση. Αφού του φτάνει να ζήσει και από την επίσκεψη που θα του δώσω εγώ και οι άλλοι τριάντα πελάτες του την ημέρα. Λοιπόν τι να φταίω εγώ... τι εγώ... όχι εγώ ο Ζήβας ο καθηγητής, η αρχιτεκτονική. Τι να φταίει η αρχιτεκτονική αν θα γίνει το κτίριο της οδού Κοραή. 



Ε! Πρέπει νάχει μια συνείδηση, διάολε. «Από που καθορίζεται;» Από την αγωγή που παίρνει... από την κοινωνική συνείδηση που υπάρχει ή δεν υπάρχει... από την ηθική, τη μεγάλη την ηθική, όχι την ηθική της κοπέλας. 

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι ναι «υπάρχουν δυνατότητες επιβίωσης». Βεβαίως, υπάρχουν, γιατί δεν υπάρχουν; Δεν υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν κάνει αυτά και έχουν επιβιώσει; Κι όχι άσχημα. Μα, μη μου πείτε τώρα ότι, μα θα γίνουν ιερομάρτυρες, οσιομάρτυρες οι αρχιτέκτονες και θα υψώσουν το σταυρό του μαρτυρίου και θα πάνε εναντίον της κοινωνίας. Είναι καθαρά θέμα....στατιστικής!!! (γελάκια). Το πρόβλημα είναι τι θα γίνει κάποτε μ’αυτά τα έργα. 

Γιατί έρχεται και μία μέρα κρίσεως,  δεν είναι δυνατόν να μην έρθει. Έρχεται και η ιστορία και λέει κάτι. Μου φαίνεται δε, ότι ιδίως οι νεώτερες γενιές των αρχιτεκτόνων, με τους προβληματισμούς αυτούς ακριβώς τους εντονώτερους, τους πολλές φορές πιό βίαιους, που έχουνε, που εμφανίζουνε και όλη αυτή διάθεση που έχουν ν’ανοιχθούν στις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων κλπ μου φαίνεται ότι μπορούν να προσφέρουν και προς αυτή τη κατεύθυνση μιά βοήθεια σημαντική. Να απαλλάξουνε ακριβώς, ν’απαλλαγούνε από κάτι τέτοιους ....πριμαντονισμούς... κάτι τέτοιους βεντετισμούς δηλαδή, γιατί? 

Έπειτα το γεγονός ότι μεταβάλλεται η δουλειά, όλο και περισσότερο σε ομαδική από ατομική, δεν είναι ένα στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση; Φυσικά όταν λέω ομαδική, εννοώ πραγματικά ομαδική, όχι τη δήθεν ομαδική, που καλύπτει απλώς κάτω από ένα σχήμα ενός βασικού αστέρα και 20 συνεργατών καλύπτει άλλου είδους καταστάσεις; 

[...] Θάλεγα ότι αυτές οι ομάδες βοηθάνε στη μείωση αυτού του φαινομένου. Δεν θα πάψει φοβάμαι ο αρχιτέκτονας ποτέ να....αν θέλετε να τον πείτε «εγωκεντρικό»...δεν ξέρω, κάτι τέτοιο πάντως. Γιατί φοβάμαι ότι μέσα στην ίδια την ίδια τη δουλειά τη δικιά μας υπάρχει ακριβώς αυτό το.... επικίνδυνο: ότι εγώ μπορώ να κλίσω, μπορώ να δημιουργήσω. Είναι μία δύναμη αυτό. Μιά τρομακτική δύναμη: ότι εγώ μπορώ να καθορίσω πώς θα πας στο σπίτι σου. Και εκεί τα πράγματα είναι επικίνδυνα. Δίνουμε δηλαδή στον άλλονε μια... ΕΞΟΥΣΙΑ, εν τέλει. Δίνουμε μιά εξουσία. Και το πώς θα τη μεταχειριστεί;... Ξαναγυρνάμε στο πρόβλημα της συνειδήσεως. 

[...] Βλέπετε, η σπουδή, η μόρφωση, η παιδεία του αρχιτέκτονα μπορεί να πάρει πολλές προεκτάσεις. Μπορεί ο αρχιτέκτονας να είναι όλα αυτά που λέτε: «τεχνικός, καλλιτέχνης, επιστήμονας, διανοούμενος». Βέβαια διαλέγει κάποτε ο καθένας τη δουλειά που του πηγαίνει περισσότερο. Δεν ξέρω όμως αν η εξουσία αυτή «στην εξέλιξή της για τους αρχιτέκτονες» αυξήθηκε ή ελαττώθηκε ή διοχετεύτηκε αλλά. Δεν ξέρω.... 


[...] Κύριε Τριανταφύλλου, παλι αν δεν έγραφε θα σας έλεγα ότι τα είκοσι χρόνια που μας χωρίζουνε μοιραία με κανουν λίγο σκεπτικιστή. Ξαναγυρνάμε στο πρόβλημα του Πανεπιστήμονα. Και κοινωνιολόγος;... και ψυχολόγος;... και τι άλλο;... και πολιτικός;... όλα... πόσα;... πόσα χωράει η ζωή σας; 
Αρχιτέκτων σωστά δικτυωμένος με όλα αυτά, ανοιχτός προς όλα αυτά, ανοιχτοί, όχι στο καβούκι του στο σχεδιαστήριό του, στη σοφίτα ο τρελλός αρχιτέκτονας, ο ιδεολόγος. Ο κοινωνικός αρχιτέκτονας με τις σωστές διασυνδέσεις του, έτοιμος να δεχτεί και να ζητήσει συνεργασία στις σωστές και ισορροπημένες σχέσεις του. Γιατί αν τα κάνει όλα αυτά, αν τα μάθει όλα αυτά ποιός θα μείνει για να κάνει αρχιτεκτονική. 

Υπάρχουν και εδώ αυτά. Αλλά ναι σύμφωνοι όλα, στο μέτρο εκείνο που δεν θα αποπροσανατολίσουνε πιά τον αρχιτέκτονα και θα τον κάνουν κάτι άλλο. 
Εκτός αν πράγματι η φόρα των πραγμάτων είναι αυτή και τότε πρέπει να βρούμε έναν άλλο που θα κάνει τη δουλειά που κάνει ο σημερινός αρχιτέκτονας, ο παραδοσιακός. 



Διονύσης Ζήβας, Τυνησία, Μάρτιος 2003 
Φωτο: Παναγιώτης  Πάγκαλος

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

(από τον ιστότοπο Greek architects)



Ο Διονύσης Α. Ζήβας γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, από όπου έλαβε το δίπλωμά του το 1953. Το 1958 διορίσθηκε άμισθος και το 1960 έμμισθος επιμελητής στην έδρα της Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας, με τον καθηγητή Π. Α. Μιχελή. Η "Αρχιτεκτονική της Ζακύνθου" αποτελεί τη διδακτορική διατριβή του, που εγκρίθηκε από τη Σχολή το 1970. Το 1972 εξελέγη έκτακτος καθηγητής των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων και το 1978 τακτικός καθηγητής στην ίδια Έδρα. Διετέλεσε διευθυντής του Σπουδαστηρίου Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων του Ε.Μ.Π. από το 1973 μέχρι το 1996. Εξελέγη Κοσμήτωρ της Σχολής Αρχιτεκτόνων για δύο διετίες, από το 1979 μέχρι το 1983 και πρόεδρος του Τμήματος Αρχιτεκτόνων για τρεις διετίες, από το 1989 μέχρι το 1995. Απεχώρησε το 1996 λόγω ορίου ηλικίας και από το 1997 είναι ομότιμος καθηγητής της Σχολής. Διετέλεσε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Ιονίου Πανεπιστημίου κατά τα έτη 1984-89 και 1993-98.



Έχει δημοσιεύσει την "Αρχιτεκτονική της Ζακύνθου" (εκδ. ΤΕΕ 1970, 1984, 2002) και τις "Προβιομηχανικές αγροτικές εγκαταστάσεις στη Ζάκυνθο" (εκδ. ΠΤΙ-ΕΤΒΑ 2000) καθώς και πολλές μικρότερες εργασίες για τη Ζάκυνθο και τα Επτάνησα. Περισσότερες εξ' άλλου από εβδομήντα εργασίες του είναι δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά, πρακτικά εθνικών και διεθνών συνεδρίων και σε συλλογικές εκδόσεις. Σχετικά πρόσφατα εκδόθηκε το βιβλίο του "Τα μνημεία και η πόλη" (Libro 1997, α΄ εκδ. Λυρούδιας 1991). Στα πλαίσια του Σπουδαστηρίου των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων έχει διευθύνει δώδεκα ερευνητικά προγράμματα για θέματα αρχιτεκτονικής και θέματα προστασίας και διατήρησης ιστορικών οικισμών και ιστορικών κέντρων πόλεων, θέμα με το οποίο έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί. Επικεφαλής ομάδων μελέτης για την προστασία και την αναβίωση της Πλάκας από το 1973 μέχρι σήμερα, έργο το οποίο τιμήθηκε το 1982 με το μετάλλιο της Europa Nostra. Το 1993 εξ' άλλου του απονεμήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης το Βραβείο Gottfried von Herder για το σύνολο του έργου του. Έχει μετάσχει σε περισσότερα από εξήντα εθνικά και διεθνή Συνέδρια, στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει παρουσιάσει ισάριθμες ανακοινώσεις.

Ήταν μέλος του ΤΕΕ, του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής Εταιρείας, του Κέντρου Μελετών Ιονίου, του ICOMOS και άλλων επιστημονικών ενώσεων. Έχει επανειλημμένα εκλεγεί στο Δ.Σ. του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, του οποίου διετέλεσε Πρόεδρος το 1965, στην Αντιπροσωπεία του ΤΕΕ και την Επιστημονική Επιτροπή των Αρχιτεκτόνων του ΤΕΕ. Έχει εκλεγεί Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Αισθητικής ("International Association of Aesthetics") για την τριετία 2001-2004 και είναι Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής και του Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή.

Η εξόδιος ακουλουθία του Διονύση Ζήβα πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018 στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.


Για να δείτε το βίντεο από την συνέντευξη του Διονύση Ζήβα που έδωσε το 2014 στον Αριστοτέλη Δημητρακόπουλο και έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο Greek architects κάντε ΚΛΙΚ εδώ
Από το συγκεκριμένο βίντεο προέχονται και οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται μετά από επιλογή και επεξεργασία.



Καπνός 
από τον Παναγιώτη Πάγκαλο




Είναι μερικές στιγμές που ξεχνάμε να θυμόμαστε. Κι άλλες πάλι, όπου οι αναμνήσεις γεμίζουν τη σκέψη μ’ εκείνη την ευχάριστη πίκρα του καφέ. Τυνησία, Μάρτιος 2003, εκδρομή στη Σαχάρα με μια όμορφη μικρή παρέα, μεταξύ των οποίων και ο Διονύσης Ζήβας. Αξέχαστες σκηνές χαράς γεμάτες νέες εμπειρίες και εικόνες ενός κόσμου από το παρελθόν. Τι προσδοκά να αντλήσει και τι οφείλει να δώσει τώρα η Δύση στην Ανατολή; Γιατί η ανώνυμη παραδοσιακή οικοδομική διδάσκεται στην Ευρώπη όπως η λόγια αρχιτεκτονική; Τι μαθαίνουμε από τους τρωγλοδύτες και γιατί εμείς απομακρυνθήκαμε από τη γη και χάσαμε την επαφή με το χώμα; Πως θα κτίζαμε σήμερα δίχως αρχιτέκτονες; Αυτές θυμάμαι να ήταν μόνο μερικές από τις ατέλειωτες φιλικές κουβέντες μου με τον Ζήβα, πάντα με συνοδεία το τσιγάρο. Εκείνο το ταξίδι τελείωσε, αλλά τα κοινά τσιγάρα μας συνεχίστηκαν, συνήθως στην Βασιλίσσης Σοφίας 79, στις δραστηριότητες του Ιδρύματος Μιχελή και στις συνελεύσεις της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής, ή σ’ εκείνο το αξέχαστο συνέδριο με τίτλο «Η σημασία της φιλοσοφίας στην αρχιτεκτονική εκπαίδευση», στο Πανεπιστήμιο Πατρών τον Οκτώβριο του 2009. Έτσι, τον κύριο Ζήβα δεν τον γνώρισα ως Δάσκαλο και ποτέ δεν αισθάνθηκα να με βαραίνει το φορτίο των τίτλων ή των ρόλων του. Η μικρή απομόνωση που μας πρόσφερε ο εξοστρακισμός μας από τους άκαπνους χώρους και ο λιγοστός χρόνος του τσιγάρου μας, ήταν μια επαναλαμβανόμενη πράξη οικειότητας ανάμεσα σε δυο ξένους, που όμως εντέλει είχαν τόσα πολλά να πουν. Αγαπητέ κ. Ζήβα, στον καπνό του τσιγάρου θα σε σχηματίζει τώρα η μνήμη. Καλό ταξίδι. Π. 


No comments :

Post a Comment