ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ 2016-2017




2016- 2017
_____________________________

2.


Νίκος Καλογήρου

ΕΠΑΙΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΤΖΩΝΗ


Εκφωνήθηκε την Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017 στο αμφιθέατρο του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών του ΑΠΘ,  όπου απονεμήθηκε ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα στον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Τζώνη από το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ


(εικονογράφηση Γιώργος Τριανταφύλλου)

Νίκος Καλογήρου

Θεωρώ ότι η παρουσία του Αλέξανδρου Τζώνη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μετά από την ομόφωνη πρότασή μας να τον τιμήσουμε με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα, είναι ένα γεγονός με γενικότερη πολιτισμική σημασία. Ειδικότερα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων, από την έναρξη της λειτουργίας του, με τη συμβολή δασκάλων – όπως ο Δημήτρης Φατούρος που είναι και σήμερα παρών εδώ, ή όπως ο Νίκος Μουτσόπουλος που πρώτος δίδαξε το μάθημα της παράδοσης – καλλιέργησε από τη δημιουργία του ένα γόνιμο προβληματισμό σχετικό με την παιδεία του αρχιτέκτονα, η οποία οφείλει να διευρύνεται σε συγγενή πολιτισμικά πεδία που αναφέρονται στις ανθρωπιστικές σπουδές, στις κοινωνικές παραμέτρους και γενικότερα στη διεπιστημονική θεώρηση του σχεδιασμού. 

Στο περιβάλλον της πλήρως ανασχεδιασμένης από το μεσοπόλεμο Θεσσαλονίκης επιβίωνε τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, σε μικρό έστω βαθμό, κάτι από το πολυπολιτισμικό και κοσμοπολίτικο υπόβαθρό της. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκαν και οι προσωπικοί μου προβληματισμοί για αρχιτεκτονικές διατάξεις και μορφές που διαθέτουν κάποια τοπική ιδιαιτερότητα, χωρίς να υποκύπτουν αποκλειστικά στα τυποποιημένα μοντέρνα πρότυπα, αλλά ούτε και σε μια εσωστρεφή συντηρητική αναπαραγωγή του παρελθόντος. Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με τα κείμενα του Αλέξανδρου Τζώνη και της Liane Lefaivre έγινε λίγο αργότερα, αφού είχα βιώσει τις μεταπτυχιακές μου εμπειρίες στο Παρίσι σε θέματα αστικού σχεδιασμού, πολεοδομίας αλλά και γεωιστορίας που μου γνώρισαν τη μοναδική γαλλική τη σχολή των Annales. Συγκεκριμένα, το 1981 οι Τζώνης και Lefaivre με αφορμή μιαν εισαγωγή στο έργο των Δημήτρη και Σουζάνας Αντωνακάκη – που είναι επίσης επίτιμοι διδάκτορες του τμήματος Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ – δημοσίευσαν στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα» ένα σύντομο αλλά περιεκτικό δοκίμιο για τη σύγχρονη νεοελληνική αρχιτεκτονική με τίτλο «ο κάνναβος και η πορεία». 

Αρχιτεκτονικά Θέματα 15, 1981, σελ 164

Το άρθρο αυτό είχε διεθνή απήχηση, καθώς εισήγαγε για πρώτη φορά την έννοια ενός «κριτικού τοπικισμού» στην αρχιτεκτονική που πηγάζει από τα ιδεώδη «του ιδιόμορφου και του τοπικού, της ελευθερίας και του αντιαυταρχισμού». Στο κείμενο τους διατυπώθηκαν μερικές προκαταρκτικές σκέψεις γύρω από την ιστορία της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής κουλτούρας, επισημαίνοντας ότι αυτή είχε ως σημείο εκκίνησης τον ιστορικιστικό τοπικισμό του 19ου αιώνα. Από το νεοκλασικισμό, που υιοθετήθηκε στην Ελλάδα ως κυρίαρχη έκφραση στην αρχιτεκτονική και την πολεοδομία μετά τον αγώνα για την ανεξαρτησία, χρειάστηκε μεγάλο χρονικό διάστημα για να προκύψει η ανθρωπιστική κριτική προσέγγιση της ελληνικότητας την οποία εγκαινίασαν στα νεότερα χρόνια αρχιτέκτονες όπως ο Δημήτρης Πικιώνης και ο Άρης Κωνσταντινίδης και συνεχίστηκε με το έργο των Αντωνακάκη, το οποίο ήταν προϊόν μιας ευρύτερης ομαδικής εργασίας στο «Εργαστήριο 66». Η ομάδα αυτή διαμόρφωσε, με την υιοθέτηση στοιχείων όπως «ο κάνναβος και η πορεία», ένα αξιόλογο εκφραστικό ιδίωμα, σύγχρονο και ταυτόχρονα εγκλιματισμένο στο τοπικό περιβάλλον. 

Αρχιτεκτονικά Θέματα 15, 1981 σελ 167

Η ανάγνωση του δοκιμίου αυτού στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα» όπου εισαγόταν για πρώτη φορά η έννοια του κριτικού τοπικισμού, συνδυάστηκε με τα δικά μου ερωτήματα γύρω από τα θέματα διαμόρφωσης ταυτότητας και της εμμονής της γεωγραφικής ιδιαιτερότητας στο πλαίσιο της, αναπόφευκτης πάντως, παγκοσμιότητας της αρχιτεκτονικής. Η διεπιστημονική τους προσέγγιση συνέβαλε στη διαμόρφωση και της προσωπικής μου στάσης σε θέματα θεωρίας και σχεδιασμού. Έχοντας στη συνέχεια γνωρίσει περισσότερες πτυχές του έργου του Αλέξανδρου Τζώνη και της Liane Lefaivre, είχαμε την ευκαιρία να τους προσκαλέσουμε το έτος 2000 στη Θεσσαλονίκη, σε ένα συνέδριο για την οικονομική ιστορία της Θεσσαλονίκης που έγινε με πρωτοβουλία του ΥΜΑΘ και αφορούσε και το μέλλον της πόλης. Εκεί δόθηκε ευκαιρία σε μας και στο κοινό της Θεσσαλονίκης, με τις πρωτότυπες εισηγήσεις τους, να γνωρίσει από κοντά τις απόψεις τους και να διατυπώσει κάποια ερωτήματα.

Αλέξανδρος Τζώνης, αρχιτέκτων (1878-1950), Μέγαρο Εράτυρα (Παύλου Μελά και Π.Π. Γερμανού, Θεσσαλονίκη)

Επανερχόμενος στην παρουσίαση του έργου του Αλέξανδρου Τζώνη, πρέπει πρώτα να επισημάνω τους ιδιαίτερους δεσμούς που τον συνδέουν με τη Θεσσαλονίκη. Ο παππούς του, Αλέξανδρος Τζώνης (1878-1950), ήταν αρχιτέκτονας με σπουδές στην Αυτοκρατορική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Κωνσταντινούπολης (όπου σπούδασε από το 1896 ως το 1901) και εξάσκησε το επάγγελμα στη Θεσσαλονίκη, από το 1924 μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ανάμεσα στα πολυάριθμα κτίριά του, είναι το Μέγαρο Εράτυρα (Παύλου Μελά και Π.Π. Γερμανού), το Ξενοδοχείο Αστόρια του 1929 και η πρωτομοντέρνα αρ ντεκό πολυκατοικία Γ. Γκίνη στη γωνία των οδών Ικτίνου και Μακένζι Κινγκ (1935).

Αλέξανδρος Τζώνης, αρχιτέκτων (1878-1950), πρωτομοντέρνα αρ ντεκό πολυκατοικία Γ. Γκίνη στη γωνία των οδών Ικτίνου και Μακένζι Κινγκ (1935).

Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, γιατρός και βιολόγος, μετά από καινοτόμες έρευνες του για τον καρκίνο στο Γκρατς, τη Βιέννη και το Βερολίνο, εκλέχτηκε καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μεταξύ 1941-1945. Ήταν ενεργός στην πολιτική και στην Εθνική Αντίσταση. Η μητέρα του, Χαρίκλεια Ξανθοπούλου, ήταν η πρώτη γυναίκα που έλαβε πτυχίο Χημικού Μηχανικού από το Πολυτεχνείο της Αθήνας. Διεξήγαγε καινοτόμο έρευνα για την απομόνωση της Βιταμίνης D στη Βιέννη. Ήταν και οι δύο ερευνητές στο γνωστό Vivarium, που είχε ιδρυθεί στη Βιέννη από τον Hans Leo Przibram και δημοσίευσαν επιστημονικά άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, όσο βρισκόντουσαν εκεί.

Ο Αλέξανδρος Τζώνης σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (1956-1961) ενώ παράλληλα διδάχθηκε ιδιαιτέρως από τους Δημήτρη Πικιώνη, Σπύρο Παπαλουκά και Γιάννη Τσαρούχη. Την ίδια περίοδο, εργαζόταν επαγγελματικά ως σχεδιαστής θεατρικών σκηνικών. Το 1959 εργάστηκε ως καλλιτεχνικός διευθυντής για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν. Το 1961 μετακόμισε στις ΗΠΑ με υποτροφία Ford, όπου συνέχισε τις σπουδές του στο Yale, για μικρό διάστημα στη Δραματική Σχολή και λίγο αργότερα στο Τμήμα Τέχνης και Αρχιτεκτονικής, με καθηγητές τους Paul Rudolph, Shadrach Woods, Robert Venturi και Serge Chermayeff. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στον Ελληνικό στρατό (1963 – 1965), με ειδική άδεια συμμετείχε για τρεις μήνες σε μαθήματα του τμήματος Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ. 

Serge Chermayeff,

Τον Οκτώβριο του 1965 επέστρεψε στο Yale ως διδάσκων και άρχισε την έρευνα για τη Μεθοδολογία του Σχεδιασμού σε συνεργασία με τον Serge Chermayeff, με τον οποίο συνέγραψε το βιβλίο The Shape of Community. Παράλληλα ασχολήθηκε με την τέχνη και τη συγγραφή σχετικών άρθρων που δημοσιεύτηκαν σε δύο μεγάλα περιοδικά της Νέας Υόρκης, το Arts Yearbook και το Arts Magazine. Όπως και ο Chermayeff, συνέχισε να ζωγραφίζει και να σχεδιάζει ταπετσαρίες. Επίσης, μαζί με τον αρχιτέκτονα Manfred Ibel σχεδίασε και δημοσίευσε την έκδοση του Yale «Δέκα Λιθογραφίες για δέκα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη» (1966).
Η κλιμακούμενη κοινωνική, πολιτισμική και οικολογική κρίση είχε μεγάλο αντίκτυπο στις ιδέες του και στο συγγραφικό του έργο. Το 1968 προσκλήθηκε να διδάξει στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σχεδιασμού του πανεπιστημίου Harvard ως επίκουρος καθηγητής. Εκεί δίδαξε και συνέχισε την έρευνά του για τη Μεθοδολογία του Σχεδιασμού (1967-1981). 


Το 1972 δημοσίευσε το βιβλίο Towards a Non-Oppressive Environment, που αφορούσε στη σύγχρονη αρχιτεκτονική και στις ιστορικές της ρίζες. Στο βιβλίο αυτό επιχειρείται η διερεύνηση των δυνατοτήτων σχεδιασμού ενός αντιαυταρχικού ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις που προκύπτουν για τις αρχιτεκτονικές θεωρίες.

Τη δεκαετία του ’70, παράλληλα με τις υποχρεώσεις του στο Harvard, ο Τζώνης εργάστηκε ως ακαδημαϊκός εκδότης. Αρχικά με την Penguin Books, ξεκίνησε τη διεπιστημονική σειρά «Ανθρωπογενές Περιβάλλον». Την ίδια περίοδο, προσκλήθηκε να διδάξει, να οργανώσει και να διευθύνει ένα κοινό πρόγραμμα μεταξύ ερευνητών του Harvard και Γάλλων ερευνητών, για να μελετήσουν τη γένεση των ιδεών του μοντέρνου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Επίσης, ανέλαβε ως γενικός επιμελητής και ερευνητής τις πολύτομες Αρχιτεκτονικές Συλλογές Garland, ένα από τα μεγαλύτερα έργα στην ιστορία των αρχιτεκτονικών εκδόσεων και δημοσίευσε τις συλλογές των αρχείων και έργων των Le Corbusier (32 τόμοι), Louis Kahn (7 τόμοι), Mies Van der Rohe (18 τόμοι), Walter Gropius (4 τόμοι), Rudolph Michael Schindler (4 τόμοι), Henri Sauvage (2 τόμοι), Alvar Aalto (12 τόμοι).

Αλέξανδρος Τζώνης με τη σύζυγο και σύντροφό του Liane Lefaivre, TU de Delft

Από το 1975 ένα μεγάλο μέρος του έργου του Αλέξανδρου Τζώνη γίνεται από κοινού με τη σύζυγο και σύντροφό του Liane Lefaivre, ιστορικό, κριτικό, καθηγήτρια και επιμελήτρια εκθέσεων αρχιτεκτονικής. Η μακρόχρονη αυτή συνεργασία αποδείχθηκε εξαιρετικά γόνιμη, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διεπιστημονική και διαλεκτική διατύπωση καινοτόμων κριτικών απόψεων. Στην πρώτη φάση της κοινής τους δράσης, οι Τζώνης και Lefaivre σε μια σειρά μικρών δοκιμίων του Χάρβαρντ διερεύνησαν την ανάπτυξη των λαϊκιστικών και ναρκισιστικών κινημάτων στην αρχιτεκτονική, εισάγοντας πρώτοι τους σχετικούς όρους «populism» (1977) και «narcissism» (1978), σε μια προσπάθεια να συνδυάσουν την αρχιτεκτονική κριτική και την αρχιτεκτονική θεωρία. Μια μεγάλη σειρά σχετικών άρθρων από άλλους ερευνητές ακολούθησε. 

Saul Steinberg: Untitled (Rush Hour), circa 1969;

Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του στο Harvard, ο Τζώνης υπήρξε υπεύθυνος του προγράμματος εκθέσεων για το Μεταπτυχιακό Τμήμα Σχεδιασμού. Ανάμεσα στις εκθέσεις αυτές ήταν τα αστικά οράματα στα σκίτσα και καρτούν του Saul Steinberg και το θέμα της αποξένωσης στο μοντέρνο αστικό περιβάλλον στο έργο του σκηνοθέτη Michelangelo Antonioni. Εδώ που τα λέμε δεν υπάρχει καλύτερο μάθημα γεωμετρικής σύνθεσης και ανάλυσης των ματαιώσεων του περιβάλλοντος του μοντερνισμού από την τριλογία του Αντονιόνι. Σημαντική ήταν επίσης και η έκθεση Light Positive Negative της Χρύσας Βαρδέα-Μαυρομιχάλη, γλύπτριας και ζωγράφου με έργα εμπνευσμένα από τη ζωή των μεγάλων αστικών κέντρων. Ένα μεγάλο μέρος του υλικού αυτών των εκθέσεων έχει δωρηθεί στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης.

Το 1981 εκλέχθηκε Καθηγητής Μεθοδολογίας του Σχεδιασμού στο πανεπιστήμιο του Ντελφτ. Στο πλαίσιο του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου του Ντελφτ υπήρξε ιδρυτής και διευθυντής του ερευνητικού κέντρου Σχεδιασμού Συστημάτων Γνώσης (Design Knowledge Systems) από το 1985, το οποίο επικεντρώθηκε στη διεπιστημονική διερεύνηση καινοτόμων σχεδιαστικών εργαλείων, με ευρύτερο στόχο να βελτιωθούν βιώσιμες πρακτικές ενταγμένες σε ένα πολυπολιτισμικό πλαίσιο. Σε αυτές τις προσπάθειες συνδυάστηκαν θέματα γνωστικής επιστήμης, αξιοποίησης υπολογιστών στο σχεδιασμό και γεωιστορικών προσεγγίσεων. Αυτά τα καινοτόμα εργαλεία έρευνας εμπλούτισαν τις προσεγγίσεις της αρχιτεκτονικής μεθοδολογίας.

Εν τω μεταξύ συνέχισε να δημοσιεύει βιβλία για την αρχιτεκτονική κριτική, με έμφαση στην αναζήτηση των ριζών και της ιστορικής εξέλιξης των πολιτισμικών κινημάτων που οδήγησαν στη μοντέρνα αρχιτεκτονική. 


Το βιβλίο η «Κλασική Αρχιτεκτονική: οι ποιητικές του ρυθμού» (1986) αποτελεί μια συναρπαστική εισαγωγή στο θέμα όπου διερευνώνται οι κλασικοί κανόνες της σύνθεσης, αλλά και το πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο που τους σηματοδότησε. Η διαχρονική γοητεία του κλασικού κανόνα οφείλεται, κατά τους συγγραφείς Τζώνη και Lefaivre, στις ανθρωπιστικές αξίες από τις οποίες πηγάζει. Για τους λόγους αυτούς αποτέλεσε την πηγή της δυτικής πολιτισμικής προσέγγισης στην αρχιτεκτονική, από το Βιτρούβιο ως τον Mies Van der Rohe, όπως αντίστοιχα συνέβη και σε άλλους τομείς, όπως η μουσική, η λογοτεχνία και οι εικαστικές τέχνες.

Επιδιώκοντας την προσέγγιση του κλασικού, όχι ως ψυχρού δόγματος άλλα ως δυναμικού προκατόχου του μοντέρνου σχεδιασμού, ο Τζώνης με τη Lefaivre δημοσίευσαν το βιβλίο «Ανάδυση της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής: Μια ιστορία βασισμένη σε ντοκουμέντα, από το 1000 έως το 1800». Αργότερα (2004) δημοσιεύθηκε το έργο του «Κλασική Ελληνική Αρχιτεκτονική, η κατασκευή του Μοντέρνου», που έγινε σε συνεργασία με τη Φοίβη Γιαννίση.

Στο ίδιο πνεύμα, από το τέλος της δεκαετίας του ’70, οι Τζώνης και Lefaivre επικεντρώθηκαν στη διερεύνηση της τοπικιστικής αρχιτεκτονικής, εισάγοντας τον όρο του «κριτικού τοπικισμού». Η προσέγγιση του σχεδιασμού με βάση τα δεδομένα του τόπου και του πολιτισμού μπορεί να θεωρηθεί ως αντίδραση στον μεταμοντερνισμό και στην παγκοσμιοποίηση, που αποδείχθηκαν από εκείνη την εποχή δημοφιλείς επιλογές, παράγοντας μια πρωτοφανή αφθονία σε υλικά αγαθά. Ωστόσο αυτές οι εξελίξεις δεν φαίνεται να οδήγησαν σε έναν κόσμο ισότητας, υγιούς περιβάλλοντος, ή ευτυχισμένης ζωής. Σε αντίθεση οι μοναδικές και διαφορετικές περιοχές με ιδιαίτερο πολιτισμικό χαρακτήρα που άνθησαν στο ιστορικό παρελθόν, αν και ενδεχομένως απέτρεπαν τη συμβατική οικονομική μεγέθυνση, με την τρέχουσα έννοια, ανταποκρίνονταν σε ένα κόσμο που αποδεχόταν τη διαφοροποίηση, την κοινωνικοποίηση και μια μορφή πρωτογενούς βιώσιμης οικολογίας. Σε ένα βαθμό, οι ιδέες αυτές αντλήθηκαν από την κριτική του Mumford για το διεθνές και μοντέρνο τυποποιημένο στυλ, που τότε σταδιακά επικρατούσε, εγκαταλείποντας τους περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς στόχους του πρωτομοντέρνου κινήματος.

Μετά την πρώτη διατύπωση στο δοκίμιο «Ο κάνναβος και η πορεία» που ήδη σχολιάστηκε στην αρχή αυτής της ομιλίας, η έννοια του κριτικού τοπικισμού ενέπνευσε πολλά έργα σε όλο τον κόσμο και κυριάρχησε σε πολυάριθμες δημοσιεύσεις, αντιπαραθέσεις και συμπόσια.


Οι ιδέες για μια τοπική αρχιτεκτονική έκφραση αναπτύχθηκαν περαιτέρω σε πολυάριθμα άρθρα των Τζώνη και Lefaivre και στα βιβλία «Τροπική Αρχιτεκτονική, ένας Διεθνής Τοπικισμός» (2001) και «Κριτικός Τοπικισμός, Αρχιτεκτονική και Ταυτότητα σε ένα Παγκοσμιοποιημένο Κόσμο» (2003). Στο νέο βιβλίο τους, του 2012, για την «Αρχιτεκτονική του τοπικισμού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης» με το χαρακτηριστικό υπότιτλο «Κορυφές και κοιλάδες στον επίπεδο κόσμο», οι Τζώνης και Lefaivre επανέρχονται στην εμμένουσα πρόκληση του τοπικού, η έννοια του οποίου διαχωρίζεται από τις επιπόλαιες απόπειρες των μεταμοντέρνων να επαναλάβουν με άλλη μορφή την προηγηθείσα κυριαρχία ενός μηχανικού μοντερνισμού. Σε αντίθεση με αυτές τις κυρίαρχες τάσεις στο έργο ορισμένων νέων αρχιτεκτόνων που τους χαρακτηρίζουν ως τοπικιστές, φαίνεται να δίνεται προτεραιότητα στην ταυτότητα, στα οικολογικά, κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία των συγκεκριμένων τόπων και περιοχών, όπου εντάσσονται οι προτάσεις τους. Εφόσον δεν μπορεί να επέλθει το τέλος της Γεωγραφίας και ο κόσμος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ισότροπο επίπεδο πεδίο, εξακολουθούν να υφίστανται ιδιαιτερότητες. Αυτές επιτρέπουν κατ’ αναλογία αντίστοιχες αρχιτεκτονικές προσεγγίσεις που τις αξιοποιούν. Η εμμονή των αρχιτεκτονικών προσεγγίσεων με τοπικό χαρακτήρα, που εμφανίζεται κατά την άποψή τους διαχρονικά ήδη από την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και συνεχίζεται έως τη σημερινή φάση της γενικευμένης παγκοσμιοποίησης, εκφράστηκε με δύο τρόπους: είτε με την αντίθεση στους γενικευμένους τυπικούς κανόνες της κλασικής αρχιτεκτονικής και αντίστοιχα πιο πρόσφατα του μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, είτε εναλλακτικά με την αξιοποίηση και την αποδοχή της ιδιαίτερης ταυτότητας κάθε περιοχής. Αυτή η προοπτική έκφρασης του τόπου, πάνω από όλα, σήμερα οφείλει να δίνει προτεραιότητα στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό και στην οικολογία.

Αξιοποιώντας το πλαίσιο που αναπτύχθηκε στα έργα τους σχετικά με τον κλασικό κανόνα, τον κριτικό τοπικισμό και τη δημιουργικότητα του σχεδιασμού, από το 1990 οι Τζώνης και Lefaivre έχουν δώσει διαλέξεις και έχουν συγγράψει πολλά βιβλία, αναλύοντας και σχολιάζοντας τη σύγχρονη αρχιτεκτονική παραγωγή και τη συμβολή των σύγχρονων αρχιτεκτόνων. Μερικά από αυτά είναι «Η Αρχιτεκτονική στην Ευρώπη από το 1968: Μεταξύ μνήμης και επινόησης», «Η Αρχιτεκτονική στη Βόρεια Αμερική από το 1960», «Aldo van Eyck, ανθρωπιστής επαναστάτης», καθώς και αρκετά βιβλία για το έργο του Santiago Calatrava. 


Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει σημαντική εννοιολογική διαφορά γύρω από την τοπική αρχιτεκτονική με την έννοια της ανώνυμης παραδοσιακής της έκφρασης ή από τις παλιότερες αλλά και σύγχρονες έντεχνες αναβιώσεις μορφών με σωβινιστικό χρώμα στο πλαίσιο των αποπειρών υιοθέτησης μιας επιλεγμένης εθνικής έκφρασης. Η χρήση της ιδέας του κριτικού τοπικισμού απόκτησε ελαφρά διαφορετική χροιά από τον ιστορικό – θεωρητικό της αρχιτεκτονικής Kenneth Frampton, που τον χαρακτηρίζει ως αρχιτεκτονική της αντίστασης με φαινομενολογική προσέγγιση προσδίδοντας έμφαση στην τεκτονική μορφή και όχι στη σκηνογραφία, ενώ ταυτόχρονα εδράζεται στην τοπογραφία, το κλίμα, το φως και την υφή. Το έργο νεότερων ιστορικών όπως ο William Curtis εστιάζει στο ρόλο της προσωπικότητας των αρχιτεκτόνων δημιουργών και υιοθετεί μιαν ανανεωμένη επανεκτίμηση της τοπικής ταυτότητας και ποικιλίας. Από τις ενδεικτικές αυτές αναφορές γίνεται φανερή η γενικότερη απήχηση και η πολλαπλότητα της προσέγγισης του κριτικού τοπικισμού, που πηγάζει από την αρχική σύλληψη που εισηγήθηκαν οι Τζώνης και Lefaivre.

Επιπλέον από τα βιβλία, ο Τζώνης έχει δημοσιεύσει πάνω από 350 άρθρα για την αρχιτεκτονική θεωρία, ιστορία και μεθοδολογία σχεδιασμού, τα περισσότερα σε συνεργασία με τη Liane Lefaivre. Επίσης, για να προκαλέσει δημόσιο διάλογο για τα προβλήματα που αφορούν τη θεωρία του σχεδιασμού, τη δημιουργικότητα και την περιβαλλοντική κρίση, ο Τζώνης έχει οργανώσει πολλά μεγάλα διεθνή συμπόσια.

Αναφέρω επίσης, καθώς μας αφορά ειδικότερα, το βιβλίο για την Ελλάδα στη σειρά «Μοντέρνες αρχιτεκτονικές στην ιστορία», έκδοση του 2013, που διερευνά τα μοντερνιστικά οράματα των Ελλήνων αρχιτεκτόνων και τις αναθεωρήσεις τους, ενταγμένα στο εθνικό τους πλαίσιο. 


Αλέξανδρος Τζώνης, Άλκηστης Ρόδη

Εδώ ο Αλέξανδρος Τζώνης συνεργάστηκε με τη συνάδελφό μας στο Πανεπιστήμιο Πάτρας, Άλκηστη Ρόδη, η οποία είχε εκπονήσει τη διατριβή της στο DKS του Delft. Η περίπτωση της Ελλάδας προσφέρεται ιδιαίτερα για εμβαθύνσεις σχετικά με την προβληματική των σχέσεων μεταξύ των παγκόσμιων και τοπικών προσεγγίσεων, καθώς και για τα όρια ή τις δυνατότητες υιοθέτησης των διεθνών προτύπων σε ένα βαλκανικό πλαίσιο. Οι εξαιρετικά πλούσιες και διακριτές αρχιτεκτονικές παραδόσεις του ελληνικού χώρου συνθέτουν ένα παλίμψηστο, όπου οι εγγραφές της καθ’ ημάς Ανατολής εκφράζονται συνειδητά ή άτυπα. Δυστυχώς, μάλλον πρέπει να αποδεχθούμε ότι ο χαρακτηρισμός των συγγραφέων «Αλκυονίδες ημέρες» για τη σύντομη γόνιμη μεταπολεμική περίοδο, οριοθετεί εύστοχα τα επιτεύγματα και τις συναρτήσεις του δημιουργικού εκσυγχρονισμού μιας νεοελληνικής αρχιτεκτονικής άνοιξης που τερματίστηκε με τη δικτατορία του 1967, όρια που δεν φαίνεται ότι έχουν ξεπεραστεί ως σήμερα.

Από το 2015 ο Τζώνης και η Lefaivre μετέφεραν τη βιβλιοθήκη και τα αρχεία τους στο Παρίσι, όπου συνεχίζουν να γράφουν και να προετοιμάζουν διαλέξεις, ανταποκρινόμενοι στις προσκλήσεις που λαμβάνουν από όλο τον κόσμο. Ασχολούνται επίσης με την οργάνωση του αρχείου και των συλλογών εγγράφων τους.


Το τελευταίο τους φετινό βιβλίο (2017) με τίτλο «Οι εποχές της Δημιουργικής Καταστροφής», συγκεντρώνει και σχολιάζει μια συλλογή δικών τους κειμένων που διατυπώθηκαν στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, μια περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας κατά την οποία γεννήθηκαν εξαιρετικά κτίρια και πόλεις αναπτύχθηκαν εκρηκτικά. Ταυτόχρονα υπήρξε και μια περίοδος απρόσμενων, ανεπανόρθωτων καταστροφών, οικολογικών και κοινωνικών.

Αγαπητέ Αλέξανδρε/Αλέκο Τζώνη.

Προσπάθησα να εκφράσω, με το δικό μου ατελή τρόπο, τους λόγους για τους οποίους το έργο σου είναι σημαντικό για την κατανόηση της αρχιτεκτονικής έκφρασης, τα δεδομένα για τα οποία πέρα από την αρχιτεκτονική, εκτιμώ ότι σε αναγορεύουν ως διακεκριμένο διανοητή των καιρών μας. Αυτός ο έπαινος δεν είναι εύκολος. Για να στοχάζεται κανείς πάνω στην αρχιτεκτονική δημιουργία πρέπει να παραμένει δεκτικός στο μοντέρνο και στο σύγχρονο. Η ματιά του πρέπει να είναι ανοιχτή αλλά κριτική. Ίσως η πρωταρχική εικαστική και ουμανιστική παιδεία βοηθά σε αυτό. Πολλοί αντιλαμβάνονται τις έννοιες της μοντερνικότητας και των τρεχουσών μετανεωτερικών τάσεων ως πολεμικά σύμβολα για τη σύγκρουση με τον παλιό κόσμο. Εκτιμώ ότι για τον Τζώνη το σύγχρονο αρχιτεκτονικό έργο δεν αποτελεί ένα στατικό φετίχ, σε μία εύκολη αντιπαράθεση με το παρελθόν, αναζητώντας αυτάρεσκα την πρωτοτυπία. Ο στοχασμός και η κριτική για τη σύγχρονη αρχιτεκτονική εμπεριέχει τη δυσκολία παρακολούθησης των αέναων αλλαγών του χρόνου, όχι μόνο στο επίπεδο της μεγάλης Ιστορίας με τις μεταλλάξεις του κλασικού κανόνα, αλλά και της μικρής ιστορίας. Η τελευταία εστιάζεται στην τεκμηρίωση και την ανάλυση συγκεκριμένων αρχιτεκτονικών έργων και προσωπικοτήτων αρχιτεκτόνων – δημιουργών σε σχέση με το ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον που το επηρεάζει. 

Συνοψίζοντας, θέλω να υπογραμμίσω ότι η συνεισφορά σου ως αρχιτέκτονα, ερευνητή, δασκάλου και συγγραφέα είναι πολυσχιδής και εξαιρετική. Μπορούμε να διακρίνουμε 4 παράλληλες διακριτές κατευθύνσεις στο έργο σου: 

· τη συμβολή σου στη μελέτη της μεθοδολογίας του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού από την ιστορική της διάσταση ως την εισαγωγή των σύγχρονων συστηματικών προγραμμάτων και των νέων εργαλείων. 

· την εκτεταμένη εγκυκλοπαιδική έρευνα, ταξινόμηση, αξιοποίηση, σχολιασμό και δημοσίευση σε πολύτομα έργα αρχείων και έργων μεγάλων αρχιτεκτόνων του 20ου και 21ου αιώνα

· την αναθεώρηση και ριζική ανανέωση της αντίληψης που έχουμε για την κλασική αρχιτεκτονική, με την αναδιατύπωση του κανόνα της, ως εργαλείου οργάνωσης του χώρου και την υπογράμμιση των διαχρονικών χαρακτήρων της που κληρονομήθηκαν στα νεότερα και σύγχρονα κινήματα.

· τη διατύπωση της θεωρίας του κριτικού τοπικισμού για να εκτιμηθούν οι ιδιαίτερες γεωγραφικές και πολιτισμικές διαστάσεις αρχιτεκτονικών έργων που δεν απορρίπτουν την ποικιλομορφία και την περιφερειακή έκφραση σε αντίθεση με τις τυπικές και επίπεδες λύσεις που επικρατούν την εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρος με το οποίο προσεγγίζονται οι παραπάνω κατευθύνσεις με πολυπολιτισμική προσέγγιση, ομαδική εργασία, έρευνα και διδασκαλία. Αυτή προκύπτει από την κοσμοπολίτικη παιδεία και τις εμπειρίες ενός αρχιτέκτονα με ενδιαφέροντα που εκτείνονται σε θέματα τέχνης, ιστορίας, γεωγραφίας, επιστημολογίας, κοινωνιολογίας και εναλλακτικής πολιτικής με την ευρεία έννοια. 

Αυτές οι παράμετροι της διεπιστημονικότητας και της καινοτομίας έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και για το Α.Π.Θ. το οποίο στα 90+ χρόνια λειτουργίας του δημιούργησε ένα νέο κέντρο ελληνικής παιδείας, διαφοροποιημένο από την περισσότερο παγιοποιημένη παράδοση του πανεπιστημίου των Αθηνών. Ένας από τους βασικούς λόγους που προτείνουμε την απονομή του τίτλου του επίτιμου διδάκτορα του πανεπιστημίου μας στον Αλέξανδρο Τζώνη, είναι για το γεγονός ότι ως σύγχρονος Έλληνας αρχιτέκτονας της διασποράς με την ευρεία προσέγγισή του για την κλασική αρχιτεκτονική, έδωσε το έναυσμα για μια ανανεωμένη στροφή προς το ελληνικό πνεύμα, το μέτρο, τις αναλογίες και την ποίηση, που συνδέουν τον αρχαίο με τον μοντέρνο κόσμο. 

Παράλληλα, με την αναγνώριση και ανάδειξη της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής έκφρασης της περιφέρειας, με τη συνειδητοποίηση της ανάγκης προσαρμογής των σχεδιασμένων χώρων στον τόπο, στο κλίμα και στον πολιτισμό, υπήρξε ένας από τους προπομπούς της σύγχρονης περιβαλλοντικής και οικολογικής προσέγγισης της αρχιτεκτονικής. Η στάση του αυτή, με το κύρος της ακαδημαϊκής του θέσης και της παρουσίας του ως πολίτη του κόσμου δημιουργεί δυνατότητες εναλλακτικής τοπικής έκφρασης. Έτσι, ανοίγεται ίσως ένα παράθυρο που παρέχει νέες δυνατότητες αντίστασης σε ένα ασφυκτικά τυποποιημένο και ιδρυματικό παγκόσμιο πλαίσιο, αποφεύγοντας παράλληλα τους κινδύνους του μικροπολιτικού σωβινισμού που συχνά προκύπτουν σε αυτές τις προσεγγίσεις. 


Νίκος Καλογήρου
Καθηγητής Αρχιτεκτονικού και Αστικού Σχεδιασμού
Τμήμα Αρχιτεκτόνων Π.Σ. Α.Π.Θ.


 


1.

ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΟΥ Α.Π.Θ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΩΝ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ ΕΠΙΣΗΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ


ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΤΙΜΩΜΕΝΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ 
Ν. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΕΙΣΗΓΗΤΗ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Ν. ΛΙΑΝΟΥ,
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑΣ ΡΥΘΜΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ ΑΡΧ/ΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ – Δ.Π.Θ.


Ο ομότιμος καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Νικόλαος Μουτσόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς αρκαδικής καταγωγής. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έχοντας σπουδαίους δασκάλους όπως τον Πικιώνη, τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα, τον Ορλάνδο, τον Εγγονόπουλο, τον Τσαρούχη, τον Παναγιώτη Μιχελή και άλλους. 

Στη συνέχεια σπούδασε Θεολογία στο ΑΠΘ, ενώ τις σπουδές του στη Βυζαντινή Ιστορία και Τέχνη καθώς και στην αναστήλωση και οργάνωση μουσείων συνέχισε με υποτροφία στη Γαλλία, όπου παρακολούθησε στη Σορβόννη τους σπουδαίους βυζαντινολόγους, καθηγητές Paul Lemerle και Andre Grabar.
Στη συνέχεια υπέβαλε στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο διδακτορική διατριβή με θέμα «Η αρχιτεκτονική των Εκκλησιών και των Μοναστηριών της Γορτυνίας», η οποία βαθμολογήθηκε με άριστα.

Το 1958 εξελέγη παμψηφεί Τακτικός Καθηγητής στην έδρα Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας στη νεοσύστατη Αρχιτεκτονική Σχολή του ΑΠΘ, όπου δίδαξε για περισσότερα από 35 χρόνια, ενώ διετέλεσε διευθυντής του αντίστοιχου Εργαστηρίου καθώς και του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ. 

Όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη μελέτη της περιοχής και των μνημείων της. Λόγω της ιδιαίτερα αναπτυγμένης επιστημονικής ευσυνειδησίας του, θεώρησε υποχρέωση του να τα γνωρίσει σε βάθος και συνδέθηκε απόλυτα με την πόλη και την ευρύτερη περιοχή, σε βαθμό μάλιστα που μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε απόλυτα ταυτισμένος με την αρχιτεκτονική επιστήμη του βορειοελλαδικού χώρου. 

Στα πλαίσια της εκπαιδευτικής του δραστηριότητας, δημιούργησε Αρχείο Αρχιτεκτονικών Σχεδίων και Μουσείο Αρχιτεκτονικών Προπλασμάτων, με χαρακτηριστικά παραδείγματα της παραδοσιακής βορειοελλαδικής αρχιτεκτονικής, η αξία των οποίων σήμερα είναι ανεκτίμητη, εξαιτίας της ακρίβειας της αποτύπωσης και γενικότερα της καταγραφής, αλλά και επειδή τα περισσότερα από αυτά τα κτήρια (αγροτικά, αστικά και εκκλησιαστικά) δεν υφίστανται πλέον, δηλαδή έχουν καταστραφεί.

Συγκλητικός, Κοσμήτορας, Πρόεδρος του Τμήματος, είναι κάποιοι μόνο από τους τίτλους που τον συνόδευσαν κατά τη μακρόχρονη ακαδημαϊκή του πορεία. 

Παράλληλα, υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Διεθνούς και του Ελληνικού Τμήματος του ICOMOS, του οποίου μάλιστα διετέλεσε και Πρόεδρος μέχρι το 1981, καθώς και του Ελληνικού Τμήματος του Διεθνούς Ινστιτούτου Φρουρίων και Πύργων.

Υπήρξε επί σειρά ετών Πρόεδρος και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.
Συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου της Μακεδονίας και Θράκης, καθώς μερίμνησε ο ίδιος για την αναστήλωση του αρχοντικού Αδοσίδη.

Διοργάνωσε πολλά Διεθνή Συνέδρια με θέμα την Αρχιτεκτονική των Βυζαντινών Μνημείων της Μακεδονίας και τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, ενώ ο ίδιος έλαβε μέρος σε τουλάχιστον 150 επιστημονικά συνέδρια. Έδωσε διαλέξεις σχετικές με το αντικείμενο των επιστημονικών του ερευνών και κυρίως με τα Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Αρχιτεκτονικά Μνημεία (Φρουριακής, Εκκλησιαστικής και Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής) με τα οποία ασχολήθηκε ιδιαίτερα αλλά και με θέματα, που αφορούσαν τη βυζαντινή Τέχνη και Ιστορία.

Υπήρξε Πρόεδρος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας, η οποία διατηρεί δύο Ανοιχτά Πανεπιστήμια και είχε την ευθύνη του Τομέα Ιστορίας, Τέχνης και Αρχαιολογίας.

Συνολικά συνέγραψε και δημοσίευσε περισσότερες από 500 μονογραφίες, επιστημονικά άρθρα και μελέτες.

Διενήργησε επιστημονικές έρευνες και ανασκαφές σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, οι σημαντικότερες από τις οποίες είναι: 
α) στην περιοχή της Όχης και των Στύρων της Εύβοιας για τη μελέτη των «δρακόσπιτων», β) στο γειτονικό Παγγαίο για τον εντοπισμό των μεσαιωνικών ακιδογραφημάτων, 
γ) στο Δισπηλιό Καστοριάς για την έρευνα του νεολιθικού λιμναίου οικισμού, 
δ) σε νησιά του ΒΑ Αιγαίου αλλά και στα Δωδεκάνησα για την επισήμανση προϊστορικών θέσεων και μνημείων. 
Αξίζει δε να αναφερθεί ιδιαίτερα, ο εντοπισμός και η μελέτη μεγαλιθικών μνημείων, ιδίως μενχίρ και ντολμέν σε διάφορες περιοχές της χώρας, από τη Νάξο μέχρι τη Μάνη. 

Για πολλά χρόνια μελέτησε την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του νομού της Φλώρινας και ιδιαίτερα τα βυζαντινά μνημεία της Πρέσπας. Τα αποτελέσματα των ερευνών και των ανασκαφών στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, δημοσιεύθηκαν σε αυτοτελή τόμο με τίτλο «Η Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στην Πρέσπα». Χάρη στην έρευνα αυτή, ταυτοποιήθηκαν τα οστά των κιβωτιόσχημων τάφων, που βρέθηκαν μέσα στο ναό με τα οστά του Αγίου Αχιλλείου, καθώς και του βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ και της οικογένειάς του.

Χαρακτηριστική επίσης είναι η συμβολή του στην καταγραφή των βυζαντινών εκκλησιών της Β. Ελλάδας, αλλά και στον εκ νέου καθορισμό της χρονολόγησης τους.

Η Μονογραφία με τίτλο: «Οι Εκκλησίες της Καστοριάς από τον 9ο μέχρι τον 11ο αιώνα», εξετάζει διεξοδικά την τυπολογική και μορφολογική εξέλιξη των εκκλησιών, σ’ αυτό το κατεξοχήν βυζαντινό καλλιτεχνικό κέντρο της Δυτικής Μακεδονίας.

Στον οχυρωμένο βυζαντινό οικισμό στο λόφο της Μυγδονικής Αρέθουσας, της σημερινής Ρεντίνας, οι ανασκαφές τις οποίες διηύθυνε για περισσότερο από 20 χρόνια, έφεραν στο φως ευρήματα από τη νεολιθική εποχή μέχρι την ύστατη βυζαντινή περίοδο. 

Αξίζει επίσης να γίνει μνεία σε μια άλλη σπουδαία μελέτη του καθηγ. Μουτσόπουλου, που αφορά την ελληνική κατοικία. Στο βιβλίο «Η αρχιτεκτονική προεξοχή- Το Σαχνισί. Συμβολή στη μελέτη της Ελληνικής κατοικίας», με βάση αυτό το ιδιαίτερα συχνό μορφολογικό στοιχείο της μεταβυζαντινής λαϊκής αρχιτεκτονικής, γίνεται μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της παραδοσιακής ελληνικής κατοικίας. 

Ασχολήθηκε επίσης με την τεκμηρίωση της ύπαρξης του ελληνισμού και έχει καταγράψει ελληνικά κάστρα, σ´ όλο το χώρο των Βαλκανίων.
Στην υπό έκδοση μελέτη και καταγραφή των 1000 περίπου άγνωστων οχυρών οικισμών και κάστρων της ανώτατης περιοχής του Ιλλυρικού, από το Δούναβη μέχρι τη Θεσσαλία, πρόκειται να συμπεριληφθούν, σε τρεις πολυσέλιδους τόμους, τα Κάστρα και Πολιτείες της Άνω Μακεδονίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και του Ανατολικού Ιλλυρικού.

Άλλο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του υπήρξε η νεότερη λαϊκή αρχιτεκτονική παράδοση, έχοντας ως στόχο αφενός τη συστηματική διερεύνηση, τον εντοπισμό και τη μελέτη των οικισμών και των αρχοντικών που διασώζονται και αφετέρου την προβολή της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, με σκοπό την αναβίωση και διάσωση των ιστορικών οικισμών της χώρας. 

Ασχολήθηκε συστηματικά και πολλές φορές μάλιστα πάλεψε με επιμονή για τη διατήρηση της φυσιογνωμίας των παραδοσιακών οικισμών, όπως για παράδειγμα της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου, απέναντι στην αλλοίωση της οποίας στάθηκε «φράγμα», για να δανειστούμε μια έκφραση ενός άξιου μαθητή του.

Ταυτόχρονα και ως μάχιμος αρχιτέκτων εκπόνησε πολυάριθμες αρχιτεκτονικές μελέτες, μεταξύ των οποίων την μελέτη του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών στην Ιερά Μονή Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε υπεύθυνος για την αναστήλωση του Ναού της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ.

Είναι μέλος της Academia Ponteniana της Νεαπόλεως, της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας και επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σόφιας και του Πανεπιστημίου του Βελίκο Τίρνοβο.



Η δική μου πάντως πρώτη επαφή με το έργο του καθηγητή κ. Ν. Μουτσόπουλου προέκυψε το 1974, μέσω του Ιταλού καθηγητή στο μάθημα της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστήμιου της Ρώμης κ. Claudio Tiberi (γνωστού από τις μελέτες του για το Ερέχθειο), που μου υπέδειξε τις δημοσιεύσεις του τιμώμενου σήμερα καθηγητή.
Τα τελευταία χρόνια, στα πλαίσια του Εργαστηρίου Θεωρητικής και Πρακτικής Αποκατάστασης Ιστορικών Κτηρίων που πραγματοποιεί το Εργαστήριο Μορφολογίας-Ρυθμολογίας του ΤΑΜ/ΔΠΘ κάθε χρόνο στον Πεντάλοφο Βοίου, ο κ. Μουτσόπουλος είναι πάντα παρόν και τιμά με την παρουσία του την έναρξη των εργασιών.

Η ιδέα μου, για την ανακήρυξη του κ. Μουτσόπουλου ως επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος μας, προήλθε όταν στη διάρκεια συνεδρίου στην Αδριανούπολη το 2014, αφιερωμένου στη μνήμη του αρχιτέκτονα Σινάν, ο Τούρκος συνάδελφος Nevzat Ilhan με ρώτησε τι κάνει ο κ. Μουτσόπουλος. Στην αφελή μου ερώτηση αν τον γνωρίζει, μου απάντησε ότι ο κ. Μουτσόπουλος είναι για τη γενιά του «hoca», δηλαδή ο δάσκαλος.

Κατά σύμπτωση επιστρέφοντας στην Ξάνθη, ο τότε πρόεδρος του Τμήματός μας καθηγ. κ. Προφυλιδης, ζήτησε να προτείνουμε προσωπικότητες από το χώρο της αρχιτεκτονικής, προκειμένου να επιλεγούν οι υποψήφιοι επίτιμοι Διδάκτορες. 

Έτσι η πρόταση, που υπέβαλα το 2014 και ολοκληρώνεται με τη σημερινή τελετή, σκοπό έχει να τιμήσει τον κ. Νικόλαο Μουτσόπουλο για τα 65 χρόνια δημιουργικής συνεισφοράς του στην αρχιτεκτονική παράδοση, καθώς και για την άοκνη ενασχόληση του με το αρχιτεκτονικό γίγνεσθαι αυτού του τόπου.

Εξάλλου σύμφωνα με τη διεθνή ακαδημαϊκή πρακτική, ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα είναι ή ύψιστη τιμή, που μπορεί να απονείμει ένα πανεπιστήμιο σε πρόσωπα, τα οποία έχουν καταξιωθεί στην επιστημονική περιοχή, που θεραπεύει το κάθε τμήμα. 

Αξίζει επί πλέον να αναφερθεί, ότι είναι η πρώτη φορά, που το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Δ.Π.Θ., απονέμει την ύψιστη αυτή ακαδημαϊκή διάκριση σε εξέχοντα επιστήμονα της αρχιτεκτονικής. 

Ταυτόχρονα το ΔΠΘ είναι και το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα της χώρας, που τιμά τον καθηγητή κ. Μουτσόπουλο με αυτό τον τίτλο, διότι είναι καθοριστική η προσφορά του στη διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής και ιστορικής σκέψης στη χώρα μας, μια και ως ανεξάντλητος και ανήσυχος δάσκαλος και ερευνητής, άφησε βαθιά χαραγμένη την επιστημονική και προσωπική του σφραγίδα, σε πολλές γενιές μαθητών του.

Ο Νικόλαος Μουτσόπουλος, ακούραστος μέχρι και σήμερα εργάτης του πνεύματος, της ιστορίας της τέχνης και της αρχιτεκτονικής παράδοσης, ξόδεψε μεγάλο μέρος της ζωής και της επιστημονικής γνώσης του στην αναζήτηση, την καταγραφή, τη μελέτη και την ανάδειξη των παραδοσιακών μνημείων, όχι μόνο της Μακεδονίας και της Ελλάδας, αλλά και των Βαλκανίων και της Μεσογείου ευρύτερα.

Κεντρικό ρόλο στη διδασκαλία του, διαδραμάτισε η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, στην
οποία αφοσιώθηκε επί δεκαετίες, αν και το “μάθημα της παράδοσης” είναι σήμερα αρκετά περιθωριοποιημένο για τους φοιτητές των αρχιτεκτονικών σχολών της χώρας. Διαρκής επιδίωξη του ήταν να εμπνεύσει στους φοιτητές του το σεβασμό στις γνώσεις και την εμπειρία των παλιών μαστόρων, ως προϋπόθεση για σύγχρονες δημιουργίες. 

Άνθρωπος – Φαινόμενο κατά τον Π. Θεοδωρίδη, ο καθηγητής που σκιτσάριζε με την ψυχή του την ίδια, δάσκαλος των δασκάλων κατά το Πολυνείκη Αγγέλη, είναι μόνο κάποιες από τις φράσεις που χαρακτηρίζουν τον κ. Μουτσόπουλο.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα ν’ αναφέρω ότι ο καθηγ. Μουτσόπουλος ανήκει στην ξεχωριστή και σπάνια πλέον κατηγορία των λογίων ανθρώπων και ίσως αποτελεί μάλιστα τον τελευταίο από τους μεγάλους αρχιτέκτονες- ιστορικούς αρχαιολόγους, μαζί με τον Ορλάνδο και τον Τραυλό, τους οποίους χαρακτηρίζει όχι μόνο η καλλιέργεια και οι γνώσεις στο συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, αλλά και η ευρυμάθεια, η σοφία και κυρίως η συνεχής αναζήτηση και η αγάπη για την έρευνα. 

Δάσκαλε, σ’ ευχαριστούμε για όλα όσα μας δίδαξες, για την προσφορά σου στη γνώση και την επιστήμη της αρχιτεκτονικής και σου ευχόμαστε να είσαι πάντα γερός και να συνεχίζεις το δημιουργικό σου έργο. 

Νικόλαος Απ. Λιανός Ph.D., MSc.,
Καθηγ. Τμήμα Αρχ/νων Μηχ/κων
Δημοκρίτειο Παν. Θράκης








No comments :

Post a Comment