ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ 2016





2016


1.

ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΟΥ Α.Π.Θ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΩΝ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ ΕΠΙΣΗΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ




ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΤΙΜΩΜΕΝΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Ν. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΕΙΣΗΓΗΤΗ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Ν. ΛΙΑΝΟΥ,
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑΣ ΡΥΘΜΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ ΑΡΧ/ΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ – Δ.Π.Θ.


Ο ομότιμος καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Νικόλαος Μουτσόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς αρκαδικής καταγωγής. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έχοντας σπουδαίους δασκάλους όπως τον Πικιώνη, τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα, τον Ορλάνδο, τον Εγγονόπουλο, τον Τσαρούχη, τον Παναγιώτη Μιχελή και άλλους. 

Στη συνέχεια σπούδασε Θεολογία στο ΑΠΘ, ενώ τις σπουδές του στη Βυζαντινή Ιστορία και Τέχνη καθώς και στην αναστήλωση και οργάνωση μουσείων συνέχισε με υποτροφία στη Γαλλία, όπου παρακολούθησε στη Σορβόννη τους σπουδαίους βυζαντινολόγους, καθηγητές Paul Lemerle και Andre Grabar.
Στη συνέχεια υπέβαλε στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο διδακτορική διατριβή με θέμα «Η αρχιτεκτονική των Εκκλησιών και των Μοναστηριών της Γορτυνίας», η οποία βαθμολογήθηκε με άριστα.

Το 1958 εξελέγη παμψηφεί Τακτικός Καθηγητής στην έδρα Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας στη νεοσύστατη Αρχιτεκτονική Σχολή του ΑΠΘ, όπου δίδαξε για περισσότερα από 35 χρόνια, ενώ διετέλεσε διευθυντής του αντίστοιχου Εργαστηρίου καθώς και του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ. 

Όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη μελέτη της περιοχής και των μνημείων της. Λόγω της ιδιαίτερα αναπτυγμένης επιστημονικής ευσυνειδησίας του, θεώρησε υποχρέωση του να τα γνωρίσει σε βάθος και συνδέθηκε απόλυτα με την πόλη και την ευρύτερη περιοχή, σε βαθμό μάλιστα που μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε απόλυτα ταυτισμένος με την αρχιτεκτονική επιστήμη του βορειοελλαδικού χώρου. 

Στα πλαίσια της εκπαιδευτικής του δραστηριότητας, δημιούργησε Αρχείο Αρχιτεκτονικών Σχεδίων και Μουσείο Αρχιτεκτονικών Προπλασμάτων, με χαρακτηριστικά παραδείγματα της παραδοσιακής βορειοελλαδικής αρχιτεκτονικής, η αξία των οποίων σήμερα είναι ανεκτίμητη, εξαιτίας της ακρίβειας της αποτύπωσης και γενικότερα της καταγραφής, αλλά και επειδή τα περισσότερα από αυτά τα κτήρια (αγροτικά, αστικά και εκκλησιαστικά) δεν υφίστανται πλέον, δηλαδή έχουν καταστραφεί.

Συγκλητικός, Κοσμήτορας, Πρόεδρος του Τμήματος, είναι κάποιοι μόνο από τους τίτλους που τον συνόδευσαν κατά τη μακρόχρονη ακαδημαϊκή του πορεία. 

Παράλληλα, υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Διεθνούς και του Ελληνικού Τμήματος του ICOMOS, του οποίου μάλιστα διετέλεσε και Πρόεδρος μέχρι το 1981, καθώς και του Ελληνικού Τμήματος του Διεθνούς Ινστιτούτου Φρουρίων και Πύργων.

Υπήρξε επί σειρά ετών Πρόεδρος και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.
Συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου της Μακεδονίας και Θράκης, καθώς μερίμνησε ο ίδιος για την αναστήλωση του αρχοντικού Αδοσίδη.

Διοργάνωσε πολλά Διεθνή Συνέδρια με θέμα την Αρχιτεκτονική των Βυζαντινών Μνημείων της Μακεδονίας και τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, ενώ ο ίδιος έλαβε μέρος σε τουλάχιστον 150 επιστημονικά συνέδρια. Έδωσε διαλέξεις σχετικές με το αντικείμενο των επιστημονικών του ερευνών και κυρίως με τα Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Αρχιτεκτονικά Μνημεία (Φρουριακής, Εκκλησιαστικής και Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής) με τα οποία ασχολήθηκε ιδιαίτερα αλλά και με θέματα, που αφορούσαν τη βυζαντινή Τέχνη και Ιστορία.

Υπήρξε Πρόεδρος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας, η οποία διατηρεί δύο Ανοιχτά Πανεπιστήμια και είχε την ευθύνη του Τομέα Ιστορίας, Τέχνης και Αρχαιολογίας.

Συνολικά συνέγραψε και δημοσίευσε περισσότερες από 500 μονογραφίες, επιστημονικά άρθρα και μελέτες.

Διενήργησε επιστημονικές έρευνες και ανασκαφές σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, οι σημαντικότερες από τις οποίες είναι: 
α) στην περιοχή της Όχης και των Στύρων της Εύβοιας για τη μελέτη των «δρακόσπιτων», β) στο γειτονικό Παγγαίο για τον εντοπισμό των μεσαιωνικών ακιδογραφημάτων, 
γ) στο Δισπηλιό Καστοριάς για την έρευνα του νεολιθικού λιμναίου οικισμού, 
δ) σε νησιά του ΒΑ Αιγαίου αλλά και στα Δωδεκάνησα για την επισήμανση προϊστορικών θέσεων και μνημείων. 
Αξίζει δε να αναφερθεί ιδιαίτερα, ο εντοπισμός και η μελέτη μεγαλιθικών μνημείων, ιδίως μενχίρ και ντολμέν σε διάφορες περιοχές της χώρας, από τη Νάξο μέχρι τη Μάνη. 

Για πολλά χρόνια μελέτησε την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του νομού της Φλώρινας και ιδιαίτερα τα βυζαντινά μνημεία της Πρέσπας. Τα αποτελέσματα των ερευνών και των ανασκαφών στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, δημοσιεύθηκαν σε αυτοτελή τόμο με τίτλο «Η Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στην Πρέσπα». Χάρη στην έρευνα αυτή, ταυτοποιήθηκαν τα οστά των κιβωτιόσχημων τάφων, που βρέθηκαν μέσα στο ναό με τα οστά του Αγίου Αχιλλείου, καθώς και του βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ και της οικογένειάς του.

Χαρακτηριστική επίσης είναι η συμβολή του στην καταγραφή των βυζαντινών εκκλησιών της Β. Ελλάδας, αλλά και στον εκ νέου καθορισμό της χρονολόγησης τους.

Η Μονογραφία με τίτλο: «Οι Εκκλησίες της Καστοριάς από τον 9ο μέχρι τον 11ο αιώνα», εξετάζει διεξοδικά την τυπολογική και μορφολογική εξέλιξη των εκκλησιών, σ’ αυτό το κατεξοχήν βυζαντινό καλλιτεχνικό κέντρο της Δυτικής Μακεδονίας.

Στον οχυρωμένο βυζαντινό οικισμό στο λόφο της Μυγδονικής Αρέθουσας, της σημερινής Ρεντίνας, οι ανασκαφές τις οποίες διηύθυνε για περισσότερο από 20 χρόνια, έφεραν στο φως ευρήματα από τη νεολιθική εποχή μέχρι την ύστατη βυζαντινή περίοδο. 

Αξίζει επίσης να γίνει μνεία σε μια άλλη σπουδαία μελέτη του καθηγ. Μουτσόπουλου, που αφορά την ελληνική κατοικία. Στο βιβλίο «Η αρχιτεκτονική προεξοχή- Το Σαχνισί. Συμβολή στη μελέτη της Ελληνικής κατοικίας», με βάση αυτό το ιδιαίτερα συχνό μορφολογικό στοιχείο της μεταβυζαντινής λαϊκής αρχιτεκτονικής, γίνεται μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της παραδοσιακής ελληνικής κατοικίας. 

Ασχολήθηκε επίσης με την τεκμηρίωση της ύπαρξης του ελληνισμού και έχει καταγράψει ελληνικά κάστρα, σ´ όλο το χώρο των Βαλκανίων.
Στην υπό έκδοση μελέτη και καταγραφή των 1000 περίπου άγνωστων οχυρών οικισμών και κάστρων της ανώτατης περιοχής του Ιλλυρικού, από το Δούναβη μέχρι τη Θεσσαλία, πρόκειται να συμπεριληφθούν, σε τρεις πολυσέλιδους τόμους, τα Κάστρα και Πολιτείες της Άνω Μακεδονίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και του Ανατολικού Ιλλυρικού.

Άλλο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του υπήρξε η νεότερη λαϊκή αρχιτεκτονική παράδοση, έχοντας ως στόχο αφενός τη συστηματική διερεύνηση, τον εντοπισμό και τη μελέτη των οικισμών και των αρχοντικών που διασώζονται και αφετέρου την προβολή της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, με σκοπό την αναβίωση και διάσωση των ιστορικών οικισμών της χώρας. 

Ασχολήθηκε συστηματικά και πολλές φορές μάλιστα πάλεψε με επιμονή για τη διατήρηση της φυσιογνωμίας των παραδοσιακών οικισμών, όπως για παράδειγμα της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου, απέναντι στην αλλοίωση της οποίας στάθηκε «φράγμα», για να δανειστούμε μια έκφραση ενός άξιου μαθητή του.

Ταυτόχρονα και ως μάχιμος αρχιτέκτων εκπόνησε πολυάριθμες αρχιτεκτονικές μελέτες, μεταξύ των οποίων την μελέτη του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών στην Ιερά Μονή Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε υπεύθυνος για την αναστήλωση του Ναού της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ.

Είναι μέλος της Academia Ponteniana της Νεαπόλεως, της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας και επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σόφιας και του Πανεπιστημίου του Βελίκο Τίρνοβο.



Η δική μου πάντως πρώτη επαφή με το έργο του καθηγητή κ. Ν. Μουτσόπουλου προέκυψε το 1974, μέσω του Ιταλού καθηγητή στο μάθημα της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστήμιου της Ρώμης κ. Claudio Tiberi (γνωστού από τις μελέτες του για το Ερέχθειο), που μου υπέδειξε τις δημοσιεύσεις του τιμώμενου σήμερα καθηγητή.
Τα τελευταία χρόνια, στα πλαίσια του Εργαστηρίου Θεωρητικής και Πρακτικής Αποκατάστασης Ιστορικών Κτηρίων που πραγματοποιεί το Εργαστήριο Μορφολογίας-Ρυθμολογίας του ΤΑΜ/ΔΠΘ κάθε χρόνο στον Πεντάλοφο Βοίου, ο κ. Μουτσόπουλος είναι πάντα παρόν και τιμά με την παρουσία του την έναρξη των εργασιών.

Η ιδέα μου, για την ανακήρυξη του κ. Μουτσόπουλου ως επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος μας, προήλθε όταν στη διάρκεια συνεδρίου στην Αδριανούπολη το 2014, αφιερωμένου στη μνήμη του αρχιτέκτονα Σινάν, ο Τούρκος συνάδελφος Nevzat Ilhan με ρώτησε τι κάνει ο κ. Μουτσόπουλος. Στην αφελή μου ερώτηση αν τον γνωρίζει, μου απάντησε ότι ο κ. Μουτσόπουλος είναι για τη γενιά του «hoca», δηλαδή ο δάσκαλος.

Κατά σύμπτωση επιστρέφοντας στην Ξάνθη, ο τότε πρόεδρος του Τμήματός μας καθηγ. κ. Προφυλιδης, ζήτησε να προτείνουμε προσωπικότητες από το χώρο της αρχιτεκτονικής, προκειμένου να επιλεγούν οι υποψήφιοι επίτιμοι Διδάκτορες. 

Έτσι η πρόταση, που υπέβαλα το 2014 και ολοκληρώνεται με τη σημερινή τελετή, σκοπό έχει να τιμήσει τον κ. Νικόλαο Μουτσόπουλο για τα 65 χρόνια δημιουργικής συνεισφοράς του στην αρχιτεκτονική παράδοση, καθώς και για την άοκνη ενασχόληση του με το αρχιτεκτονικό γίγνεσθαι αυτού του τόπου.

Εξάλλου σύμφωνα με τη διεθνή ακαδημαϊκή πρακτική, ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα είναι ή ύψιστη τιμή, που μπορεί να απονείμει ένα πανεπιστήμιο σε πρόσωπα, τα οποία έχουν καταξιωθεί στην επιστημονική περιοχή, που θεραπεύει το κάθε τμήμα. 

Αξίζει επί πλέον να αναφερθεί, ότι είναι η πρώτη φορά, που το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Δ.Π.Θ., απονέμει την ύψιστη αυτή ακαδημαϊκή διάκριση σε εξέχοντα επιστήμονα της αρχιτεκτονικής. 

Ταυτόχρονα το ΔΠΘ είναι και το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα της χώρας, που τιμά τον καθηγητή κ. Μουτσόπουλο με αυτό τον τίτλο, διότι είναι καθοριστική η προσφορά του στη διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής και ιστορικής σκέψης στη χώρα μας, μια και ως ανεξάντλητος και ανήσυχος δάσκαλος και ερευνητής, άφησε βαθιά χαραγμένη την επιστημονική και προσωπική του σφραγίδα, σε πολλές γενιές μαθητών του.

Ο Νικόλαος Μουτσόπουλος, ακούραστος μέχρι και σήμερα εργάτης του πνεύματος, της ιστορίας της τέχνης και της αρχιτεκτονικής παράδοσης, ξόδεψε μεγάλο μέρος της ζωής και της επιστημονικής γνώσης του στην αναζήτηση, την καταγραφή, τη μελέτη και την ανάδειξη των παραδοσιακών μνημείων, όχι μόνο της Μακεδονίας και της Ελλάδας, αλλά και των Βαλκανίων και της Μεσογείου ευρύτερα.

Κεντρικό ρόλο στη διδασκαλία του, διαδραμάτισε η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, στην
οποία αφοσιώθηκε επί δεκαετίες, αν και το “μάθημα της παράδοσης” είναι σήμερα αρκετά περιθωριοποιημένο για τους φοιτητές των αρχιτεκτονικών σχολών της χώρας. Διαρκής επιδίωξη του ήταν να εμπνεύσει στους φοιτητές του το σεβασμό στις γνώσεις και την εμπειρία των παλιών μαστόρων, ως προϋπόθεση για σύγχρονες δημιουργίες. 

Άνθρωπος – Φαινόμενο κατά τον Π. Θεοδωρίδη, ο καθηγητής που σκιτσάριζε με την ψυχή του την ίδια, δάσκαλος των δασκάλων κατά το Πολυνείκη Αγγέλη, είναι μόνο κάποιες από τις φράσεις που χαρακτηρίζουν τον κ. Μουτσόπουλο.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα ν’ αναφέρω ότι ο καθηγ. Μουτσόπουλος ανήκει στην ξεχωριστή και σπάνια πλέον κατηγορία των λογίων ανθρώπων και ίσως αποτελεί μάλιστα τον τελευταίο από τους μεγάλους αρχιτέκτονες- ιστορικούς αρχαιολόγους, μαζί με τον Ορλάνδο και τον Τραυλό, τους οποίους χαρακτηρίζει όχι μόνο η καλλιέργεια και οι γνώσεις στο συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, αλλά και η ευρυμάθεια, η σοφία και κυρίως η συνεχής αναζήτηση και η αγάπη για την έρευνα. 

Δάσκαλε, σ’ ευχαριστούμε για όλα όσα μας δίδαξες, για την προσφορά σου στη γνώση και την επιστήμη της αρχιτεκτονικής και σου ευχόμαστε να είσαι πάντα γερός και να συνεχίζεις το δημιουργικό σου έργο. 

Νικόλαος Απ. Λιανός Ph.D., MSc.,
Καθηγ. Τμήμα Αρχ/νων Μηχ/κων
Δημοκρίτειο Παν. Θράκης







No comments :

Post a Comment