ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ Β΄



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ




Μπορείτε να διαβάστε τα κείμενα πιό κάτω,  αμέσως μετά τα περιεχόμενα



Β2./ 09 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΑΤΟΣ: 
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ Δ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ
ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» 
ΜΙΚΡΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ

Κείμενο με αφορμή την έκδοση ατου βιβλίου «Ταξίδι στην Ελλάδα» με το κείμενο του Pietro Maria Bardi, και στην σχετική κριτική του Δημήτρη Φιλιππίδη που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Ο Ανδρέας Γιακουμακάτος που είχε και την επιμέλεια της έκδοσης, έστειλε την δική του άποψη σχετικά με την κριτική του Δ. Φιλιππίδη, την οποία σχολιάζει επίσης και ο Φιλιππίδης




Β1./ 13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:
«ΡΩΤΩΝΤΑΣ»

Κείμενο με αφορμή την ηχητική εγκατάσταση στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης που εγκαινιάζεται  την Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014




____________________________________________________



ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ Β΄

Β2./ 09 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017



ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΑΤΟΣ: 
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ Δ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ 
ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» 
ΜΙΚΡΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ


Μετά την σύντομη αναφορά που έγινε στις 04 03 2017 για την έκδοση αυτού του βιβλίου «Ταξίδι στην Ελλάδα» με το κείμενο του Pietro Maria Bardi, όπου παραπέμπω στην σχετική κριτική του Δημήτρη Φιλιππίδη με τίτλο «Πολιτικά συμφραζόμενα ενός ταξιδιού» που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο Ανδρέας Γιακουμακάτος που είχε και την επιμέλεια της έκδοσης, έστειλε την δική του άποψη-επιστολή την οποία παραθέτω στην συνέχεια, σχετικά με την κριτική του Δ. Φιλιππίδη Για να διαβάσετε το περιεχόμενο της κριτικής του Δ. Φιλιππίδη στην Εφημερίδα των Συντακτών κάντε ΚΛΙΚ εδώ


Αγαπητέ Γιώργο, 

Στο πλαίσιο ενός όπως φαίνεται χρήσιμου διαλόγου, σε παρακαλώ ευγενικά για την δημοσιοποίηση της ακόλουθης απάντησης στο βιβλιοκριτικό σχόλιο του Δημήτρη Φιλιππίδη στο οποίο το μπλογκ σου παραπέμπει «δια τα περαιτέρω», σχόλιο δημοσιευμένο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (19.02.2017) σχετικά με το βιβλίο Pietro Maria Bardi.Ταξίδι στην Ελλάδα. 
    Καταρχήν μια διευκρίνιση: δεν πρόκειται για ένα «βιβλίο του Μπάρντι»: πρόκειται για ένα κείμενο του Πιέτρο Μαρία Μπάρντι (εφεξής ΠΜΜ) δημοσιευμένο το 1933 στο ιταλικό αρχιτεκτονικό περιοδικό «Quadrante» που μεταφράστηκε και εκδίδεται σχολιασμένο για πρώτη φορά από τον γράφοντα ως βιβλίο στα ελληνικά, από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. 
   Ο Δημήτρης Φιλιππίδης (εφεξής ΔΦ) παρουσιάζει μια καρικατούρα του βιβλίου με συνοπτικές διαδικασίες, διαστρεβλώνοντας τα πράγματα στην προσπάθειά του να τα χωρέσει σε ένα προκατασκευασμένο κουστούμι φτιαγμένο από ευφυολογήματα και κλισέ του τύπου «ο καλός, ο κακός και ο αριβίστας» (στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η σκωπτική φωτογραφία του ΠΜΜ που δημοσιεύει, προς ενίσχυση των επιχειρημάτων του). Οι θέσεις του είναι οι ακόλουθες: 
α) το ελληνικό «χρονικό» του Ιταλού είναι τριτεύουσας σημασίας, διότι ασχολείται με 
«περιφερειακά γεγονότα» και «επιδεικνύει αβυσσαλέα άγνοια για όσα περιγράφει»· β) ήταν ένας «τυπικός διανοούμενος φασίστας, άριστος σε διπλωματικούς ελιγμούς και πλήρως ενταγμένος στα πολιτικά δρώμενα της χώρας του [και έτσι] αρμένιζε άνετος»· γ) το κείμενο αυτό μάς είναι περιττό γιατί διαθέτουμε «μια ήδη πλούσια βιβλιογραφία» για το 4ο CIAM. Μας κουνάει επίσης το δάχτυλο εφιστώντας την προσοχή διότι «το θέμα ξεπερνά τις διαστάσεις ενός αθώου ιστορικού τεκμηρίου». 
     Γνωρίζει ο ΔΦ άλλα μεγάλα κείμενα της εποχής, γραμμένα από Έλληνες ή ξένους για το 4ο Συνέδριο (εκτός από συνοπτικές αναφορές σε ορισμένα ευρωπαϊκά περιοδικά αρχιτεκτονικής); Αν τα γνωρίζει να τα πει να τα μάθουμε κι’ εμείς. Πού επισημαίνεται η  «αβυσσαλέα άγνοια» του Ιταλού; Πολύ θα θέλαμε επίσης να γνωρίζουμε. Η αφήγηση του ΠΜΜ, που επισκεπτόταν για πρώτη φορά την Ελλάδα, είναι ένα είδος ρεπορτάζ/πιστής περιγραφής της «εξωτικής» ελληνικής πραγματικότητας της εποχής, στο πνεύμα μιας ευρύτερης ποιητικής διάστασης που πολύ φυσικά διατρέχει το κείμενό του. Η είναι μήπως ακριβέστερη και πιο αξιόπιστη η βωβή κινηματογραφική τεκμηρίωση του Λάσλο Μόχολυ-Νάγκυ που τόσο μας ενθουσιάζει για το τέταρτο Σιάμ; Είναι μήπως πιο πιστή στην «πραγματικότητα» η ομιλία «Αέρας, ήχος φως» του Λε Κορμπυζιέ, μια ανάλογης ποιητικής διάθεσης σκιαγράφηση της Ελλάδας και του κόσμου; Αλλά, επαναλαμβάνω: ποια άλλα κείμενα της εποχής του τέταρτου συνεδρίου γνωρίζει ο ΔΦ με χαρακτήρα «χρονικού» ή εκτεταμένου «απολογισμού»; Τα περιμένουμε. 
    Ο ΔΦ δείχνει να ενοχλείται από το γεγονός ότι κάποιοι λειτουργούσαν ως υποστηρικτές της μοντέρνας αρχιτεκτονικής εντός του ιταλικού καθεστώτος. Τους ενοχοποιεί μάλιστα γι’ αυτό, τους φανφαρόνους. Θα έπρεπε η μοντέρνα αρχιτεκτονική να εμφανίζεται ως η μεγάλη ηττημένη, όπως συνέβη στη Γερμανία του Χίτλερ και στη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, για να εντάσσεται φυσιολογικά στον ερμηνευτικό μηχανισμό του. Το πρόβλημα είναι, σε ένα ιδεολογικό σχήμα άσπρου και μαύρου χωρίς αποχρώσεις, πως τη μοντέρνα αρχιτεκτονική την υποστήριζαν οι φασίστες (μια μειοψηφία φυσικά, είναι προφανές). Όχι μόνο την υποστήριζαν αλλά τη σχεδίαζαν κιόλας: όπως ο Τερράνι που σχεδίασε το «σπίτι του φασισμού» στο Κόμο (και το οποίο μελετήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τον Πήτερ Άιζενμαν στη διδακτορική διατριβή του αλλά και αργότερα), ή οι Φιτζίνι και Πολλίνι που προσπαθούσαν να δώσουν αρχιτεκτονική υπόσταση στο πατερναλιστικό όραμα του Αντριάνο Ολιβέττι για μια ουμανιστική ιδέα του επιχειρείν. Κατά σύμπτωση, οι αρχιτέκτονες αυτοί εκπροσώπησαν την Ιταλία στο αθηναϊκό συνέδριο του 1933 μαζί με τον ΠΜΜ. Οι ερευνητές της περιόδου, εντός και εκτός Ιταλίας, προσπαθούν ακριβώς να κατανοήσουν τούτο: πώς υπήρξε δυνατή η συμβίωση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής με το φασιστικό καθεστώς; Αυτή τη δουλειά προσπαθούμε να κάνουμε, και θα περίμενε κανείς μετά από σχεδόν έναν αιώνα αυτά τα ζητήματα να εξετάζονται και σε εμάς (γιατί εκτός το πρόβλημα αυτό δεν υπάρχει) με περισσότερη νηφαλιότητα και λιγότερη προχειρολογία. 

 Ο Πιέτρο Μαρία Μπάρντι λαο ο Λε Κορμπυζιέ το 1934 στην Ρώμη

    Το πολιτικό στίγμα του ΠΜΜ δίνεται στο βιβλίο με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές: ποτέ το κείμενο του Ιταλού δεν προσλήφθηκε, όπως υποστηρίζει ο ΔΦ, ως «αθώο ιστορικό τεκμήριο» από όσους το επιμελήθηκαν και από όσους ενέκριναν την έκδοσή του. Αποτιμήθηκε γι’ αυτό ακριβώς που είναι, ένα ζωντανό και εξαιρετικά πλούσιο σε περιεχόμενο κείμενο, χρήσιμο καταρχήν για τους μελετητές του CIAM του 1933: η χρονιά αυτή είναι απολύτως κρίσιμη για τη μοίρα της Ευρώπης και του κόσμου, κάτι που θα έπρεπε να μας οδηγεί και σε μια «πολιτική» ανάγνωση αυτού του μεγάλου αθηναϊκού συνεδρίου. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ο ΠΜΜ γίνεται αντικείμενο μελέτης: μήπως οι διπλωματικές εργασίες και οι διδακτορικές διατριβές που εκπονούνται για το «Quadrante» και τον ΠΜΜ στο πλαίσιο της μελέτης του ιταλικού μεσοπολέμου (έξω φυσικά), ασχολούνται εν αγνοία τους με έναν «κοσμικό, ολίγον τυχοδιώκτη προπαγανδιστή του Μουσολίνι»; Μήπως οι μονογραφίες γι’ αυτόν είναι προϊόν οφθαλμαπάτης; Και το τελευταίο βιβλίο του David Rifkind για το «Quadrante» και τον ΠΜΜ είναι μήπως χαμένος χρόνος για τον αμερικανό καθηγητή στη Φλόριδα; Ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο ΠΜΜ, ο συνομιλητής του Λε Κορμπυζιέ και του Σίγκφρηντ Γκήντιον και σύζυγος της Λίνας Μπο (Μπάρντι), της θρυλικής εκπροσώπου και εικόνας της «γυναικείας αρχιτεκτονικής» του 20ου αιώνα; Αλλά ας το δούμε και διαφορετικά: θα έπρεπε, π.χ., να θεωρείται «εξαφανισμένη» για τους ιστορικούς η Μαργκερίτα Σαρφάττι, η εβραϊκής καταγωγής κορυφαία κριτικός τέχνης του ιταλικού μεσοπολέμου και προστάτιδα των καλλιτεχνών της πρωτοπορίας, επειδή υπήρξε ερωμένη, βιογράφος και συνεργάτιδα του Μουσολίνι ήδη από την εποχή που και οι δύο δραστηριοποιούνταν εντός του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος; 
    Θα ήταν καλό, γενικώς, να μιλάμε κατά προτίμηση για πράγματα που γνωρίζουμε. Κανείς δεν έχει πρόθεση να γίνει απολογητής του ιταλού κριτικού. Η μάχη ωστόσο στην Ιταλία του μεσοπολέμου για την επικράτηση του ενός ή του άλλου μετώπου (των μοντερνιστών ή των συντηρητικών) δεν ήταν κατά ΔΦ πλεύση «αμέριμνη» (sic!) με «ούριο άνεμο» (sic!): ήταν αγώνας επιβίωσης αδυσώπητος και ενίοτε επικίνδυνος, εξαιτίας των σκληρών πολιτικών συνθηκών. Ο ΠΜΜ και το «Quadrante» υποστήριζαν με πάθος τις αιτίες του μοντέρνου, όταν άλλα περιοδικά αρχιτεκτονικής, όπως η περιώνυμη «Casabella», κρατούσαν πολύ πιο επιφυλακτική στάση (η «Casabella» θα αλλάξει προσανατολισμό μόνο μετά το 1937, όταν θα γίνει πλέον σαφές ότι έχει χαθεί το παιχνίδι με την Ε42, την Διεθνή Έκθεση στη Ρώμη, στον σχεδιασμό της οποίας επιβλήθηκαν οι «κλασικιστές»). 
   Ας έχει υπόψη τέλος, ο ΔΦ, ότι το περιοδικό «Quadrante», «ιδανικό παρέκταμα του καθεστώτος» σύμφωνα με τον ίδιο, έκλεισε το 1936 από τους φασίστες του Μουσολίνι. Και το Μπάουχαους, έτσι το έκλεισαν οι ναζί. Με τις υγείες μας. 

Ανδρέας Γιακουμακάτος 
8 Μαρτίου 2017 


ακολουθεί το μικρό σχόλιο του Δ. Φιλιππίδη

Ο καθένας κρίνεται από τη στάση του, τι λέει, και τι γράφει. Τα υπόλοιπα είναι θόρυβος.

Δ. Φιλιππίδης
9 Μαρτίου 2017

  

Β1./ 13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:
«ΡΩΤΩΝΤΑΣ»

Κείμενο με αφορμή την ηχητική εγκατάσταση στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης που εγκαινιάζεται  την Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014



Ρωτώντας…. Πέρασαν πολλά χρόνια, κάπου 20…. Μέχρι που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τις ερωτήσεις σαν τρόπο ζωής ή μάλλον στάση ζωής. Θα ακούγεται παράξενο, αλλά σαν καλλιτέχνης ουδέποτε διαχώρισα την εργασία μου σε καλλιτεχνική ή «δημοσιογραφική». Θεώρησα από πολύ νωρίς πως το να ρωτώ τους καλλιτέχνες για το έργο τους είναι μέρος της δουλειάς μου. Σαν να τους ζητούσα να ποζάρουν ώστε να φτιάξω το καλύτερο, το πλέον πιστό στην προσωπικότητά τους πορτραίτο. Παράλληλα, σχημάτιζα και το δικό μου, σαν εγγαστρίμυθος που ελευθερώνεται μιλώντας από μέσα του. Αυτό ίσως είναι και το κεντρικό θέμα του εικαστικού μου έργου, τώρα που το σκέπτομαι… Συγχρόνως, ανοιγόμουν σε άλλα  βιογραφικά, που δεν έμοιαζαν καθόλου με το δικό μου, σε άλλες γενιές, σε άλλες προσεγγίσεις των νοημάτων μέσα από τα οποία η τέχνη αναπνέει. Επιπλέον, ένοιωθα και εξακολουθώ έτσι, μεγάλη ανάγκη να ακούσω, πώς οι άνθρωποι της δημιουργίας, του στοχασμού, οι καλλιτέχνες, και  όσοι  δουλεύουν με τους καλλιτέχνες, αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους μέσα σε αυτή τη χώρα, με δεδομένη  την έλλειψη μέτρου και ενδιαφέροντος προς εκείνους που προσπαθούν, συχνά αθόρυβα, να σχηματίσουν έργο στιβαρό, έργο που διευρύνει τη συνείδηση για τη ζωή, έργο που μοιραία αποτελεί μέτρο από μόνο του, γιατί δεν έγινε με όρους μεγεθών, αλλά αξιών. Όλα αυτά τα χρόνια μίλησα με καλλιτέχνες, ιστορικούς τέχνης, διευθυντές μουσείων, από όλο τον κόσμο. Μια τηλεοπτική εκπομπή όπως ήταν Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ στην δημόσια ελληνική τηλεόραση - να μην την ξεχάσουμε ως ΕΡΤ- έδινε πολλές δυνατότητες για πραγματικές συναντήσεις με δημιουργούς και εγώ προσπάθησα να τις αξιοποιήσω όσο περισσότερο μπορούσα. Αποτέλεσμα: χιλιάδες ώρες γυρισμάτων και  μοντάζ, χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα στα μεγάλα μουσεία του κόσμου, πολλές συνεντεύξεις, πολλές συναναστροφές και αρκετές αγάπες…


Ρωτώντας…. Φίλους, συναδέλφους καλλιτέχνες, γνώστες της διεθνούς εικαστικής σκηνής, Έλληνες και ξένους, έμαθα πως στο τέλος εκείνο που μετράει και ίσως μείνει στην ιδιότυπη ιστορία μας, είναι πως οι καλλιτέχνες παντού στον κόσμο πασχίζουν να φτιάξουν τη δική τους γλώσσα, βάζοντάς τα συχνά με δυσανάλογες δυσκολίες, ατομικές, εθνικές, οικονομικές, φύλου, φυλής, ενίοτε και συνείδησης. Γιατί η αίσθηση του ποιος είσαι μπορεί να ενεργοποιήσει δυνάμεις, μπορεί και να βάλει το ποθούμενο μέτρο σε σωστό ύψος, μπορεί και να σε οδηγήσει σε υπερβάσεις. Η ελληνική εικαστική κοινότητα δεν διαφέρει πολύ σε συμπεριφορές από τις άλλες, με μία ίσως θεμελιώδη διαφορά: είναι περισσότερο δεσμευμένη με την καταγωγή της, κρατάει χαρακτηριστικά οικογένειας και οι αφηγήσεις της έχουν την μοναδικότητα της ατομικής εμπειρίας. Κάθε σχέση με τον «έξω κόσμο» σχηματίσθηκε με όρους αυτογνωσίας της καταγωγής της και αυτό, νομίζω, είναι πολύ ενδιαφέρον. Ακούγοντας και βλέποντας πολλές φορές το αρχείο που διατηρώ από όλες μου τις συναντήσεις με δημιουργούς, άρχισαν σταδιακά να σχηματίζονται σχέσεις ανάμεσά τους. Εντόπιζα όλο και περισσότερο, φράσεις τους, που συμπλήρωναν το ερώτημα που έθετα σε διαφορετικά πρόσωπα, με διαφορετικό έργο, τεχνική, ιδέες. Ένα ανεπίσημο αρχείο φωνών σχηματίσθηκε με τον καιρό στο μυαλό μου. Φράσεις, στιγμές, τόνος και έκφραση της φωνής, πρόσωπα που συναναστράφηκα άλλοτε πολύ, άλλοτε λιγότερο, βρίσκονταν προσωρινά βουβά μέσα σε κασέτες εγγραφής. Και όταν η ΕΡΤ έριξε εκείνο το αδιευκρίνιστο, θλιβερό μαύρο τον Ιούνιο του 2013, και όλα τα αρχεία εικόνας και ήχου δεσμεύτηκαν, αισθάνθηκα , έστω καθ’ υπερβολή, ότι ένας ολόκληρος κόσμος βυθίστηκε στο σκοτάδι της λήθης. Πέρασα το καλοκαίρι του 2013 με φαντάσματα. Ήσαν όλα δικά μου, είναι η αλήθεια… Κανείς δεν χάνεται. Υπάρχουν τα έργα, τα βιβλία, τα μουσεία, τα αρχεία των άλλων… Υπάρχει ακόμη και η ελπίδα να διασωθεί και να αξιοποιηθεί, επί τέλους σωστά, το πολύτιμο αρχείο της πρώην ΕΡΤ… Αυτή όμως τώρα είναι η στιγμή των πιθανοτήτων. Και εγώ θέλησα να την γεμίσω με φωνές…
Ρωτώντας…. Μια ακουστική εγκατάσταση? Ή μια ακουστική-οπτική υπενθύμιση?
25 πρόσωπα? Γιατί αυτά και όχι άλλα? Έργο τέχνης ή εργασία αρχείου? Είναι το «Αρχείο της Ανησυχίας»,  για να παραφράσω τον μυστηριώδη  Πεσσόα? Σε τι απαντά και τι φωτίζει?



Οι απαντήσεις κατά προσέγγιση:
Είναι η εγκατάσταση -κυριολεκτικά- 25  φωνών μέσα στο χώρο του ΙΣΕΤ, που υπενθυμίζουν σχεδόν αγνοώντάς το, από πού περνάει η δημιουργία, η συνείδηση,
η παρατήρηση, ο στοχασμός, η αυτοκριτική, η επιστροφή και η αναχώρηση, οι επιλογές και οι προσπάθειες για την επίτευξη νοήματος, επομένως πίστης σε κάτι. Είναι αυτοί οι 25, γιατί με αυτούς έχω προσωπικά δοκιμάσει κατά καιρούς ένα είδος έντασης στην συζήτηση,  σχεδόν αγωνίας για αυτά που θα μου έλεγαν εννοώ... ακόμη και όταν οι συζητήσεις μας λάμβαναν χώρα στο τηλεοπτικό περιβάλλον. Είναι αυτοί οι 25 γιατί τους συναναστράφηκα ή συνάντησα το έργο τους  σε καίριες στιγμές της προσωπικής μου ανάπτυξης, και λίγο έως πολύ με επηρέασαν, προς την μια η την άλλη κατεύθυνση. Κάποιοι είναι στενοί μου φίλοι, άλλοι λιγότερο. Όμως τα έργα τους, η στάση τους, ο λόγος τους ήταν για μένα σαν αστραπή σε κάποια όχι τόσο ηλιόλουστη μέρα… Είναι, επομένως, μια προσωπική επιλογή να θέλω να ακουστούν οι φωνές τους, για 2-3 λεπτά, σε κάτι που λένε και αξίζει να το  θυμόμαστε, πιστεύω… Είναι, ακόμη, μια προσωπική επιλογή που η παρούσα συγκυρία προκάλεσε. Μια συγκυρία η οποία κατά περίεργο τρόπο σε κάνει να θέλεις να πιαστείς από κάπου, από εκείνους τους ανθρώπου ή τα πράγματα που έφεραν ή φέρουν στους ώμους τους,  τους καιρούς, σαν σοφά διαστήματα μέσα στο χρόνο, όχι σαν κατάρες ή κακοδαιμονίες. Που μπορούν με προσωπικό κόστος να στέκουν στη μέση μιάς κακιάς στιγμής, ονομάζοντάς την, αλλά και ξεπροβοδίζοντάς την.


Σε αντίθεση με το βιβλίο «Για τα πράγματα που λείπουν» που εξέδωσε με ενθουσιασμό  ο εκδότης Σταύρος Πετσόπουλος και οι εκδόσεις Άγρα το 2009, και που περιελάμβανε 18 συζητήσεις  μου με καλλιτέχνες, διευθυντές μουσείων και επιμελητές από την ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ, η ηχητική εγκατάσταση «Ρωτώντας»  ξεκίνησε από άλλο δρόμο. Θέλει να είναι ένα εικαστικό περιβάλλον, ένα έργο αρχείου της τέχνης, όχι αναγκαστικά έργο τέχνης… Περιλαμβάνει μόνο Έλληνες καλλιτέχνες και  έχει την πρόθεση ενός έργου in progress.  Έχει τη σημασία ενός ημερολογίου με σύντομες σημειώσεις, την συναισθηματική αξία της κατ’ ιδίαν εξομολόγησης μέσα από μια φράση, που κάποιος σκύβει να σου πει σε χρόνο απρόβλεπτο. Δεν έχει την ολότητα μιάς πλήρους αφήγησης, αλλά την πυκνότητα μιάς σκέψης που έκανε καιρό να σχηματισθεί για να είναι χρήσιμη. Και δεν έχει σαν οικοδεσπότη έναν εκδότη, αλλά τη Τζούλια Δημακοπούλου που έστησε το ΙΣΕΤ με όλη της την αγάπη για την διαφύλαξη της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, των αρχείων της και των φωνών της. Την ευχαριστώ θερμά και παράλληλα  θέλω να της εκφράσω  βαθειά  εκτίμηση. Άλλο ένα πρόσωπο του οποίου την Φωνή, με όλες τις σημασίες, αξίζει να θυμόμαστε.
Με προσκάλεσε κατ ’αρχήν σε διάλογο, κατόπιν στο σταδιακό κτίσιμο της  εγκατάστασης και με τον σταθερό και δημιουργικό της τρόπο οδήγησε τα πράγματα στην υλοποίηση.
Οι ερωτήσεις που ακούγονται στον χώρο είναι λίγες από όσες πολλές έχω κάνει όλα αυτά τα χρόνια στους δημιουργούς. Είναι ερωτήματα που με απασχολούν προσωπικά και των οποίων τις απαντήσεις ουδέποτε θα έχω ξεκάθαρες. Εξ’ άλλου, αυτή είναι και η διαδικασία παραγωγής ενός έργου, η αναζήτηση απαντήσεων σε πολλά πεδία, φιλικά ή όχι, οικεία ή ανοίκεια, εδώ ή εκεί, όπου υπάρχει χώρος ζωτικός και ελεύθερος.
Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν τις φωνές είναι μια στιγμή. Μια στιγμή που αποτυπώνει την έκφραση σαν ταυτοποίηση του μέσα με το έξω. Το δακτυλικό αποτύπωμα της προσωπικότητας και ένα «ενθύμιο» που συνοδεύει τον ήχο.
Είναι το σώμα της φωνής, ώστε η μνήμη να επαναφέρει γλυκά τα πρόσωπα στο μέλλον, σαν ένα παράδειγμα διαφύλαξής της.

Κατερίνα Ζαχαροπούλου



1 comment :

  1. Κυρία Κατερίνα
    Χαίρομαι που ψάχνοντας σε ξανασυναντώ. Και χαίρομαι διπλά γιατί σε βρίσκω στο αποτύπωμα ενός ανθρώπου των σχολικών μου χρόνων.
    Κυρία Κατερίνα
    Μην παίρνεις στα σοβαρά τους δημιουργούς που μιλανε για τα δημιουργήματα τους. Συνήθως είναι κατώτεροι και ξένοι προς αυτά, αφού η διαχείριση του έργου τους ,είναι ξένη και με τον μηχανισμό γέννησης του και με την όποια μαγεία του έργου. Η διαχείριση έχει αναφορά επιβεβαίωσης, κοσμική αξία, απαιτεί κατεστημένη σκέψη. Η γένεση είναι λύτρωση , απόδραση , απόδραση από τα αδιέξοδα προς τα αδιέξοδα. Αδεξιότητα καρδιάς, πανικός ψυχής, ανταρσία μοίρας. Η αφήγηση ακύρωση της αύρας του έργου. Το βιολογικό μηχάνημα που μας φιλοξενεί τα μπορεί αυτά. Και την σιωπή της τέχνης και την βαβούρα της τεχνικής, και κάποτε και τα δυο μαζί.
    Κυρία Κατερίνα
    Η δημόσια παρουσία σου έχει κοινωνική αξία . Και ευθύνη και ρόλο.
    Τα ανωτέρω ψιθυριστά και όχι θέσφατα.
    Φιλικα
    Γιωργος Αντωνατος

    ReplyDelete